BREAKING NEWS
latest

728x90

468x60

ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ

ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Games Reviews. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Games Reviews. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

The Quarry review

Το The Quarry είναι το νέο παιχνίδι τρόμου της Supermassive Games. Παρότι η ανθολογία Dark Pictures του στούντιο “τρέχει” τα τελευταία χρόνια, το παιχνίδι δεν ανήκει σε αυτήν και αντ' αυτού αποτελεί πνευματικό διάδοχο του πολυαγαπημένου Until Dawn.

Εννέα έφηβοι απολαμβάνουν το τέλος του καλοκαιριού και τους νεανικούς έρωτες σε μια πανέμορφη κατασκήνωση, χωρίς να φαντάζονται τί πρόκειται να επακολουθήσει. Το τελευταίο βράδυ της παραμονής τους πριν την επιστροφή στην κανονικότητα και τις υποχρεώσεις αμαυρώνεται από περίεργα και τρομακτικά γεγονότα που αλλάζουν για πάντα την ζωή τους. Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε παραπάνω στα γεγονότα που διαδραματίζονται στο παιχνίδι γιατί κάθε επιπλέον λέξη είναι πιθανό spoiler και αυτή η αγωνία ανακάλυψης της αλήθειας και διαλεύκανσης του μυστηρίου αποτελεί και το δυνατό χαρτί του. Η αλήθεια πάντως είναι ότι αν έχετε ασχοληθεί με το Until Dawn θα είστε περισσότερο υποψιασμένος για τον τρόπο λειτουργίας του παιχνιδιού όσο αφορά την κλιμακούμενη ένταση και το κτίσιμο της υπόθεσης.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του The Quarry είναι ότι, παρόλο που διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή, είναι στημένο και επηρεασμένο από ταινίες τρόμου της δεκαετίας του '80. Αυτό αν μεγαλώσατε κατά τη συγκεκριμένη δεκαετία σίγουρα θα σας κάνει να νιώσετε νοσταλγία και θα σας ξυπνήσει μνήμες από θρυλικές ταινίες της περιόδου. Από την πασιφανή τοποθεσία μιας κατασκήνωσης στη λίμνη που παραπέμπει στο Παρασκευή και 13, μέχρι την διακριτική ανατριχιαστική μουσική των τίτλων που “φωνάζει” Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες, το παιχνίδι, πέρα από νέα περιπέτεια τρόμου, αποτελεί και φόρο τιμής σε μια εποχή που γέννησε τον τρόμο και άφησε κληρονομιά ένα τεράστιο fandom που συνεχίζει να μεγαλώνει ακάθεκτο μέχρι και σήμερα. Οι αναφορές είναι πραγματικά πολλές (θυμάστε τις Ιστορίες από την Κρύπτη;) και προσθέτουν πόντους στην συνολική εμπειρία που θέλει να μιμηθεί την ατμόσφαιρα μιας καλοστημένης b-movie τρόμου που σέβεται τον εαυτό της. Αυτή εξάλλου είναι και η πρόθεση των δημιουργών όπως οι ίδιοι έχουν δηλώσει, με πολλά κρυμμένα retro “διαμαντάκια” που περιμένουν να τα ανακαλύψετε.



Πρέπει επίσης να αναφερθεί η άριστη δουλειά που έχει γίνει στα μενού, στην οργάνωση των πληροφοριών και των στοιχείων του παιχνιδιού και στο πλήθος των επιλογών παραμετροποίησης που έχετε. “Παγώνοντας” προσωρινά το παιχνίδι μπορείτε να περιηγηθείτε σε όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που συλλέγετε και που σας βοηθούν να ενώσετε όλα τα κομμάτια του παζλ και να καταλάβετε καλύτερα την ιστορία με όλες τις μικρές λεπτομέρειες. Οι επιλογές σας οδηγούν σε πολλά διαφορετικά και μοναδικά μονοπάτια τα οποία αποτυπώνονται πολύ όμορφα με εξώφυλλα βιντεοκασετών τρόμου εμπνευσμένα από τους ηθοποιούς του παιχνιδιού ή από vintage υλικό στα πρότυπα της αισθητικής όταν η βιντεοκασέτα μεσουρανούσε. Κάθε φορά που το παιχνίδι σας ενημερώνει ότι κάνατε μια επιλογή που θα έχει αντίκτυπο στη συνέχεια, μπορείτε να δείτε ένα ρεζουμέ των πράξεων σας που οδήγησαν στο συγκεκριμένο μονοπάτι. Επίσης υπάρχουν οι κάρτες ταρώ που λειτουργούν σαν τον γνωστό προάγγελο του μέλλοντος και εμφανίζονται μόνο όταν βρεθείτε στην κατάλληλη θέση και σε συγκεκριμένη γωνία οπτικής της κάμερας εκτός του πεδίου δράσης σας, οπότε η συλλογή τους χρειάζεται προσοχή. Οι κάρτες ταρώ σας αποκαλύπτουν ένα πιθανό μέλλον των χαρακτήρων στο τέλος κάθε κεφαλαίου αλλά το παιχνίδι δεν σας επιτρέπει την πρόσβαση σε όλες. Έτσι αν βρείτε πχ τρεις κάρτες σε ένα κεφάλαιο, μπορείτε να διαλέξετε μόνο μία για να δείτε το μυστικό της, χάνοντας τις πληροφορίες που έχουν να προσφέρουν οι άλλες δύο. Τέλος αξίζει να αναφερθούμε στην ελευθερία επιλογών που προσφέρει το παιχνίδι για να το φέρετε στα μέτρα σας, πχ δυσκολεύοντας τα -ομολογουμένως πανεύκολα QTE- ή ρυθμίζοντας το χρόνο απόκρισης αποφάσεων σε κρίσιμα σημεία.

Κοιτάζοντας πέρα από το ενδιαφέρον αμάλγαμα εικαστικού και νοσταλγίας, το The Quarry παίζεται ακριβώς όπως το Until Dawn και ίσως ακόμα πιο απλά. Πρόκειται για μία κλασική διαδραστική εμπειρία με ελάχιστα jump scares και περισσότερη έμφαση στον τρόμο, όπου αναλαμβάνετε διαδοχικά και όποτε το παιχνίδι κρίνει τον έλεγχο ενός από τους εννέα πρωταγωνιστές. Με βάση τις επιλογές σας και την συμπεριφορά σας απέναντι στους άλλους κρίνεται σε μεγάλο βαθμό η επιβίωσή σας μέχρι το τέλος. Πολλές φορές βέβαια το μονοπάτι δεν είναι ξεκάθαρο και μια κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά στον πολιτισμένο κόσμο δεν είναι πάντα η καλύτερη δυνατή επιλογή και το παιχνίδι φροντίζει να σας το θυμίζει συνεχώς με τον πιο σκληρό τρόπο. Στα 10 κεφάλαια του παιχνιδιού συναντάτε αρκετή βία και σοκαριστικές σκηνές που σας αφυπνίζουν και βάζουν σε αμφισβήτηση πολλές φορές την τακτική που επιλέξατε να ακολουθήσετε μέχρι το συγκεκριμένο σημείο, κάτι που είναι και το επιθυμητό αποτέλεσμα φυσικά. Αυτή η αίσθηση αμφιβολίας για το αν πρέπει να επιλέξετε ανάληψη δράσης ή τακτική απάθεια είναι δυνατή σε πολλά σημεία και σας κρατάει σε αγωνία για την τύχη και τις πιθανότητες επιβίωσης των πρωταγωνιστών.



Στα κομβικά σημεία όπου απαιτείται δράση, το The Quarry δεν σας βάζει δύσκολα καθώς τόσο η χρήση όπλων όσο και η προκαθορισμένη αλληλουχία κουμπιών και χειρισμού που απαιτείται για να αποφύγετε δυσάρεστες καταστάσεις είναι εμφανώς πιο απλοϊκή. Μη σας ξεγελάει βέβαια η ευκολία του εδώ, γιατί το βάρος των επιλογών σας και οι επιπτώσεις τους είναι τόσο δυσδιάκριτα που μπορεί να καταφέρετε το αδιανόητο, να βγείτε κερδισμένος σε κάθε σκηνή δράσης και στο τέλος να μη μείνει κανένας ζωντανός. Στον τομέα της εξερεύνησης μην περιμένετε πολλά καθώς, το σκηνικό της τεράστιας απειλητικής κατασκήνωσης έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τον πραγματικό χώρο δράσης που έχετε, κάτι σύνηθες σε τέτοιου είδους παιχνίδια. Όποτε αναλαμβάνετε τον έλεγχο είστε περιορισμένος σε κάποιο εξωτερικό ή εσωτερικό χώρο μέχρι να σας δώσει το παιχνίδι “άδεια” να προχωρήσετε, μέσω κάποιου ξαφνικού cutscene ή υπόδειξης στην οθόνη.

Το Quarry έχει ένα απολαυστικό καστ ηθοποιών οι οποίοι, αν και όχι επί το πλείστον πρώτης γραμμής, σίγουρα είναι γνώριμα πρόσωπα. Από πραγματικούς βετεράνους του χώρου με πολλά “χιλιόμετρα” σε ταινίες δράσης και τρόμου όπως ο Lance Henriksen και η Lin Shaye, μέχρι πιστούς “στρατιώτες” γνωστών σειρών/ταινιών όπως οι Τed Raimi και David Arquette, η δουλειά στην απόδοση των ρόλων και την ερμηνεία των χαρακτήρων είναι εντυπωσιακή. Τα μοντέλα των πρωταγωνιστών έχουν πολύ ρεαλιστικές εκφράσεις και αντιδράσεις, ενισχύοντας τα συναισθήματα της στιγμής, με κάποιες εξαιρέσεις όπως η Emma (την οποία παίζει η κατά τα άλλα πανέμορφη Halston Sage). Τα γραφικά επίσης χωρίς να εντυπωσιάζουν μεταφέρουν την αίσθηση της απομόνωσης και του ότι κάτι παραμονεύει στο σκοτάδι, αν και πολλές φορές είναι περισσότερο σκοτεινά απ' όσο χρειάζεται. Η μουσική επένδυση περιλαμβάνει ένα εντυπωσιακό ρεπερτόριο κομματιών που μπαίνουν σφήνα ανάμεσα στην δράση και συμβάλλουν στην δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας. Τα ηχητικά εφέ κάνουν την δουλειά τους και με το παραπάνω, ειδικά αν χρησιμοποιείτε ακουστικά, καθώς υπάρχουν πολλές στιγμές όπου ακούτε ανατριχιαστικούς μακρόσυρτους ήχους και ψιθύρους.



Υπάρχουν διάφορα modes προς επιλογή, ικανοποιώντας κάθε γούστο, κυρίως αν είστε μεγάλη παρέα. Για αρχή, υπάρχει το συνεταιρικό παιχνίδι που χωρίζεται σε local co-op και online co-op. Στο πρώτο εσείς και μέχρι επτά άτομα από την παρέα σας μπορούν να συμμετέχουν ενεργά στην ιστορία διαλέγοντας από ένα χαρακτήρα του παιχνιδιού. Στο online co-op, ένας παίκτης παίζει και οι υπόλοιποι μέσω ψηφοφορίας διαλέγουν την έκβαση της ιστορίας. Την επανεμφάνισή του κάνει το movie mode στο οποίο στην αρχή μπορείτε να διαμορφώσετε τα μοναδικά χαρακτηριστικά κάθε χαρακτήρα και απλά να παρακολουθήσετε όλο το παιχνίδι σαν ταινία, με την τελική έκβαση να εξαρτάται από τις επιλογές που κάνατε στην αρχή. Τώρα το γιατί να το κάνει κάποιος αυτό με τόσες άλλες επιλογές αντί να δει όντως μια κανονική ταινία με ξεπερνάει, αλλά κάθε προσθήκη καλοδεχούμενη. Τέλος, αφότου ολοκληρώσετε το παιχνίδι αποκτάτε την επιλογή death rewind, που σας επιτρέπει να διορθώσετε τρεις φορές το θάνατο κάποιου χαρακτήρα.

Το The Quarry συνεχίζει επιτυχημένα την κλασική φόρμουλα τρόμου της Supermassive. Aνώτερο και πιο απολαυστικό από τα Dark Pictures και στο ίδιο μοτίβο με το Until Dawn, διασκεδάζει και έχει αγωνία μέχρι το τέλος. Αν και έχει σχετικά μικρή διάρκεια (γύρω στις 10 με 12 ώρες ανάλογα και με τις επιλογές που κάνετε), τα διάφορα modes του, η δυνατότητα να παίξετε με φίλους και τα πολλαπλά τέλη, μπορούν να σας κρατήσουν παραπάνω. Το The Quarry είναι μια καλογραμμένη διαδραστική ταινία τρόμου για τους λάτρεις του είδους, με έξτρα δόση νοσταλγίας για τους μεγαλύτερους. Αξίζει να ασχοληθείτε μαζί του, είτε solo, είτε με παρέα.


  • Απολαυστική ιστορία τρόμου
  • Νοσταλγικό “φινίρισμα” 80s
  • Πολλαπλά διαφορετικά μονοπάτια και τέλη
  • Η μουσική επένδυση
  • Co-op
  • Πλούσια μενού
  • Υπερβολικά εύκολο στην προκαθορισμένη δυσκολία του
  • Κάποια μοντέλα χαρακτήρων ήθελαν περισσότερη δουλειά
  • Δεν φέρνει κάτι καινούριο στο είδος
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 8.5
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PS5, Xbox Series X/S, PS4, Xbox One, PC
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Supermassive Games
ΕΚΔΟΣΗ:2K
ΔΙΑΘΕΣΗ:CD Media


Πηγή


Συνδεθείτε στη σελίδα μας στο Facebook

Nier Automata: Μετα-αποκαλυπτική περιπέτεια στο Switch

Χρόνια μετά την αρχική κυκλοφορία του, το πολυαγαπημένο action-RPG Nier: Automata πάει σε άλλη μία κονσόλα. Όπως ανακοίνωσε η Square, το Nier: Automata βγαίνει Switch στις 6 Οκτωβρίου, ως The End of YoRHa Edition. 

Το παιχνίδι περιλαμβάνει το υπάρχον DLC του, συν νέες εμφανίσεις, αξεσουάρ και pod skins αποκλειστικά για το Switch. 



Δείτε σχετικό βίντεο




Πηγή


Συνδεθείτε στη σελίδα μας στο Facebook

Terminator Resistance (Enhanced) review

Τα τελευταία 20 χρόνια παιχνιδιών Terminator μάλλον ήταν εξίσου απογοητευτικά με τα τελευταία 20 χρόνια ταινιών Terminator. Απλά αυτό δεν μας ενοχλεί ιδιαίτερα λόγω χαμηλών προσδοκιών, αντίθετα με τις ταινίες για τις οποίες αρχικά είχαμε πολλές ελπίδες (κυρίως λόγω του θεού Άρνολντ). Από κοινότυπα ταινιοπαίχνιδα (πχ Rise of the Machines, Salvation), έως φιλότιμες προσπάθειες που όμως δεν ξεπέρασαν την μετριότητα (πχ Dawn of Fate, Redemption), δεν έχει υπάρξει κάποιο πραγματικά καλό 3D παιχνίδι Terminator. Αυτό επιτέλους άλλαξε με το Terminator: Resistance, το οποίο βγήκε πριν λίγα χρόνια. Πλέον το παιχνίδι είναι αναβαθμισμένο για PS5 (δυστυχώς όχι και για Xbox Series X), με βελτιώσεις σε γραφικά, χρόνους φόρτωσης, χειρισμό (DualSense), συν όλες τις παικτικές βελτιώσεις που έχουν γίνει με update στην έκδοση PC. Περιλαμβάνει επίσης επιπλέον περιεχόμενο.

Το Terminator: Resistance διαδραματίζεται στο σκοτεινό, μετα-αποκαλυπτικό μέλλον των Terminator 1 και 2 (δεν λαμβάνει υπόψη μεταγενέστερες ταινίες), όπου ο πόλεμος της ανθρωπότητας εναντίον των μηχανών του Skynet οδεύει προς την κορύφωσή του. Αναλαμβάνετε το ρόλο του Jacob Rivers, ενός άσημου στρατιώτη της Αντίστασης που μαθαίνει ότι είναι ένας εκ των σημαντικών στόχων του Skynet προς εξολόθρευση και πρέπει να ανακαλύψει γιατί. Αυτό που ακολουθεί είναι μια εξαιρετική καινούρια ιστορία με ανατροπές και πολλαπλά τέλη, που συνδυάζεται τέλεια με αυτή των ταινιών. Ως Jacob, επισκέπτεστε διάφορα μέρη της ερειπωμένης Καλιφόρνια, συναντάτε ποικίλους χαρακτήρες (συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του John Connor) και ζείτε τα γεγονότα που οδηγούν στην τελική μάχη μεταξύ ανθρώπων και μηχανών, έχοντας άμεση ανάμειξη σε ότι εξιστορείται στις ταινίες. Χωρίς υπερβολή, το παιχνίδι είναι η καλύτερη ιστορία Terminator μετά τις θρυλικές ταινίες του James Cameron. Η δημιουργός Teyon, ένα άγνωστο πολωνικό στούντιο, βάζει τα γυαλιά στους... “εγκέφαλους” του Χόλιγουντ που εδώ και δεκαετίες δεν μπορούν να μας δώσουν μια ιστορία της προκοπής. Το μόνο πρόβλημα εδώ είναι οι μάλλον υπερβολικά πολλές συζητήσεις με κάποιους χαρακτήρες που έχουν αδιάφορο backstory.

Το Terminator: Resistance είναι ένα τυπικό FPS με στοιχεία RPG. Στο παιχνίδι συνήθως πρέπει να πάτε να βρείτε ή να καταστρέψετε κάτι, με τις στρατιές μηχανών του Skynet να στέκονται εμπόδιο στον δρόμο σας. Στην διάθεσή σας έχετε πληθώρα από όπλα, τόσο συμβατικά όπως πιστόλια και πολυβόλα, όσο και φουτουριστικά όπως τα laser που βλέπουμε στις ταινίες Terminator. Κάθε ένα από αυτά έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και αίσθηση, καλύπτοντας όλα τα γούστα. Πολεμάτε διάφορων ειδών μηχανές, κάποιες γνωστές από τις ταινίες και άλλες που εμφανίζονται για πρώτη φορά εδώ, όπως μικρές ρομποτικές αράχνες, drones, οι κλασικοί σκελετοί T-800, τα γιγάντια HK-Tank, τα ιπτάμενα HK-Aerial, καθώς και τα τεράστια ρομπότ T-47. Οι εχθροί, λόγω της φύσης και της συμπεριφοράς τους με βάση τα δεδομένα των ταινιών, έχουν περιορισμένη γκάμα κινήσεων (χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό). Σας πυροβολάνε και έρχονται κατά πάνω σας, που σημαίνει ότι εσείς βασικά πρέπει να καλύπτεστε και να τους πυροβολάτε μέχρι να τους καταστρέψετε (κάθε τύπος εχθρού έχει ένα αδύνατο σημείο για πιο γρήγορη εξολόθρευση). Υπάρχουν και κάποια boss fights, με τα κυριότερα εξ αυτών να είναι ενάντια σε ένα infiltrator, δηλαδή ένα T-800 με ανθρώπινη εμφάνιση, που πρέπει να φάει πολύ “μολύβι” για να πέσει. Σημαντικό στο πλαίσιο των παραπάνω: δεν υπάρχει αυτόματη αναπλήρωση και πρέπει να χρησιμοποιείτε medkits.



Αν δεν θέλετε να εμπλακείτε σε μάχη, είτε λόγω προτίμησης, είτε λόγω ανάγκης (πχ αν ξεμείνετε από medkits), μπορείτε να χρησιμοποιήσετε stealth τακτική. Με προσεκτικές κινήσεις (και εξοπλισμό όπως συσκευές αντιπερισπασμού), μπορείτε να αποφεύγετε διακριτικά τους εχθρούς που περιπολούν, έχοντας το νου σας και στον σχετικό μετρητή που δείχνει αν και κατά πόσο σας έχουν αντιληφθεί. Αν σας ανακαλύψουν και δεν θέλετε να τους πολεμήσετε, πρέπει να ξεφύγετε και να κρυφτείτε μέχρι να επιστρέψουν στις θέσεις τους. Το να προσπαθείτε να αποφύγετε μια περίπολο εφιαλτικών T-800 είναι μια αυθεντική, αγωνιώδης εμπειρία Terminator, από τις αρκετές που προσφέρει το παιχνίδι. Τόσο στις μάχες, όσο και στο stealth, βοηθάνε σημαντικά οι αρκετές εκτενείς, ανοικτές περιοχές που επιτρέπουν ελευθερία κινήσεων και διαφορετικές προσεγγίσεις. Υπάρχουν βέβαια και πιο γραμμικά, “κινηματογραφικά” επίπεδα (ή μέρη επιπέδων) όπου αναγκαστικά πολεμάτε, συνήθως μαζί με άλλους στρατιώτες της Αντίστασης. Γενικώς το παιχνίδι κάνει φιλότιμη προσπάθεια να αποφύγει την μονότονη και επαναλαμβανόμενη δράση που ίσως επιβάλλουν τα στενά όρια της θεματολογίας του, προσφέροντας ποικιλία όπλων, εχθρών, στρατηγικών και καταστάσεων.

Αυτή η ποικιλία εκτείνεται και στην RPG πτυχή του τίτλου, η οποία προσομοιώνει την επιβίωση σε έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο. Για αρχή, υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα εξέλιξης του Jacob με skill tree. Εκπληρώνοντας κύρια αλλά και δευτερεύοντα objectives κατά την διάρκεια των αποστολών, κερδίζετε πόντους εμπειρίας τους οποίους μπορείτε άμεσα να ξοδέψετε στην αναβάθμιση διάφορων ικανοτήτων όπως η δύναμη πυρός, το stealth, η αντοχή, η παραβίαση κλειδαριών και το χακάρισμα συστημάτων (συμπεριλαμβανομένων και εχθρικών κανονιών). Μπορείτε να επικεντρωθείτε στον τομέα που θέλετε, ανάλογα με το στιλ παιχνιδιού σας. Το ίδιο κάνετε και με το crafting. Το περιβάλλον είναι γεμάτο με πράγματα προς συλλογή που χρησιμοποιούνται ως πρώτες ύλες για να φτιάχνετε (σε συγκεκριμένα σημεία στις πίστες) πυρομαχικά, εξαρτήματα, medkits κτλ, ανάλογα με τις ανάγκες και προτιμήσεις σας. Επίσης, ανάμεσα στις αποστολές ξεκουράζεστε σε καταφύγια απλών ανθρώπων ή στρατιωτών, όπου μπορείτε να πουλάτε περιττά όπλα και αντικείμενα και αντ' αυτών να αγοράζετε ότι χρειάζεστε. Τέλος, τα φουτουριστικά όπλα που αποκτάτε αναβαθμίζονται με ένα πολύ έξυπνο μίνι-παζλ: πρέπει να ταιριάξετε σε στιλ κυκλώματος τρία τσιπάκια (και αυτά τα μαζεύετε ως loot από εχθρούς που σκοτώνετε), το καθένα εκ των οποίων βελτιώνει ένα χαρακτηριστικό όπως η ζημιά, ο ρυθμός πυρών και η σταθερότητα. Μπορείτε να φτιάξετε ένα ισορροπημένο όπλο με κάθε τσιπάκι να βελτιώνει ένα διαφορετικό χαρακτηριστικό ή πχ ένα πανίσχυρο όπλο με τρία τσιπάκια που βελτιώνουν το damage.



Το επιπλέον περιεχόμενο του παιχνιδιού στο PS5 είναι το Infiltrator mode, εμπνευσμένο από τους εφιάλτες και τις αναμνήσεις τoυ Kyle Reese στο T1. Εδώ αναλαμβάνετε το ρόλο ενός εξολοθρευτή infiltrator σε μια νέα πίστα, με στόχο να βρείτε το αρχηγείο της Αντίστασης και να σκοτώσετε τον διοικητή της. Πολεμάτε ανθρώπινους εχθρούς (απλούς επιζήσαντες και βέβαια στρατιώτες), καταστρέφετε εχθρικά φυλάκια και μαζεύετε πληροφορίες για την Αντίσταση. Ως πανίσχυρη μηχανή, όταν είστε κοντά στους εχθρούς μπορείτε να τους αρπάζετε και να τους εκτοξεύετε προς πάσα κατεύθυνση. Διαθέτετε επίσης το κλασικό κόκκινο mode όρασης που κάνει highlight τους εχθρούς όπως έχουμε δει στις ταινίες. Από εκεί και πέρα, το πιστολίδι είναι παρόμοιο με του campaign (ίδια όπλα, ίδιος μηχανισμός αναπλήρωσης υγείας απλά όχι με medkits). Η αίσθηση του να είστε terminator, να εισβάλλετε σε καταφύγια ανθρώπων και να τους σκοτώνετε (ακόμα και σε αργή κίνηση α λα CoD όταν μπουκάρετε σε κάποιο δωμάτιο) είναι απολαυστική. Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι, παρόλο που είστε πιο δυνατός από τους εχθρούς, δεν είστε ανίκητος. Επίσης δεν υπάρχει save, οπότε αν πεθάνετε ξεκινάτε από την αρχή. Το Infiltrator mode θα σας πάρει περίπου μία με μιάμισι ώρα για να το ολοκληρώσετε, ανάλογα με τον βαθμό δυσκολίας που επιλέγετε και με το αν θέλετε να τους σκοτώσετε όλους και να βρείτε τα πάντα στην πίστα. Αξίζει να σημειωθεί και ότι το τέλος του έχει μια ενδιαφέρουσα σεναριακή “πινελιά”.

Το πιο δυνατό σημείο του Terminator: Resistance είναι η ατμόσφαιρα και αυθεντικότητά του. Τα πάντα στο παιχνίδι μοιάζουν κυριολεκτικά βγαλμένα από τα T1/T2. Κατεστραμμένες πόλεις με αυτό το χαρακτηριστικό γκρίζο, μουντό ύφος των φουτουριστικών σκηνών των ταινιών. Καταθλιπτικά καταφύγια ανθρώπων ακριβώς όπως τα φανταζόμαστε με βάση τις ταινίες. Αρχηγεία και στρατιώτες της Αντίστασης με αναλογικό εξοπλισμό. Όπλα και εχθροί σα να έχουν σχεδιαστεί από τον ίδιο τον υπεύθυνο των ειδικών εφέ των ταινιών, τον αείμνηστο Stan Winston. Μουσική που πατάει πάνω στα εμβληματικά κομμάτια του Brad Fiedel για δράση, τρόμο, ηρεμία κτλ, και με νέες εκδοχές του κλασικού Terminator theme να παίζουν σε κεντρικό μενού και τελική μάχη. Επίσης το παιχνίδι είναι γεμάτο fan service και easter eggs. Πχ σε κάποια φάση βρίσκετε το πτώμα ενός στρατιώτη που βασάνιζαν οι μηχανές, ο οποίος έχει την εμφάνιση του... T1000. Ένα κασετόφωνο που βρίσκετε στα χαλάσματα παίζει το τραγούδι “Burning in the Third Degree” που ακούγεται στη σκηνή του κλαμπ στο T1. To Infiltrator mode περιλαμβάνει κι αυτό κλασικά στοιχεία Terminator, όπως πχ όταν αναπληρώνετε την υγεία σας βλέπετε την οθόνη “alternate power” από όταν επανενεργοποιείται o Άρνολντ στο T2.



Δυστυχώς η ποιότητα των γραφικών δεν συμβαδίζει ιδιαίτερα με τα παραπάνω. Παρόλες τις οπτικές βελτιώσεις και τα 60fps στο PS5, το παιχνίδι είναι προηγούμενης γενιάς και το δείχνει. Δεν υπάρχει κάτι τρομερά άσχημο, απλά τα πάντα κινούνται στην μετριότητα (και σώζονται από την γενικότερη μουντάδα). Αν κάποια στοιχεία ξεχωρίζουν θετικά, αυτά είναι μάλλον οι ωραίοι φωτισμοί και τα εφέ ζημιάς των μηχανών οι οποίες συνεχίζουν να έρχονται κατά πάνω σας ακόμα και χαλασμένες. Τα περιβάλλοντα έχουν ικανοποιητική ποικιλία και συνδυάζουν μετα-αποκαλυπτική καταστροφή με high-tech κατασκευές όπως οχυρά του Skynet. Από πλευράς ήχου, όπως προαναφέρθηκε εφέ και μουσική κάνουν την δουλειά τους. Αντίθετα, το voice acting αρκετών από τους χαρακτήρες είναι απογοητευτικό και συχνά σας βγάζει εκτός κλίματος.

Το Terminator: Resistance παικτικά δεν αποτελεί κάτι το ιδιαίτερο, παρά ένα συνηθισμένο FPS με μηχανισμούς που έχουμε δει σε ένα σωρό άλλα παιχνίδια. Ως Terminator game όμως, είναι ότι καλύτερο έχει υπάρξει μέχρι τώρα. Είναι φόρος τιμής στις θρυλικές ταινίες Terminator του Cameron και ένα love letter στους φαν που για πολλά χρόνια γνώριζαν μόνο απογοητεύσεις. Δεδομένων των "κυβικών" του, είναι μια φανταστική AA προσπάθεια. Ακόμα δυσκολεύομαι να πιστέψω πώς η Teyon πήγε από το κωμικοτραγικό Rambo σε αυτό εδώ. Κι όμως, το κατάφερε και γι αυτό της αξίζουν συγχαρητήρια (ανυπομονώ και για το παιχνίδι Robocop που ετοιμάζει). Αν είστε λάτρεις τoυ Terminator, σίγουρα θα λατρέψετε το Terminator: Resistance, ειδικά αν το παίξετε στο PS5.


  • Αυθεντική, ατμοσφαιρική περιπέτεια Terminator
  • Ενδιαφέρουσα ιστορία με πολλαπλά τέλη
  • Πολλαπλοί τρόποι αντιμετώπισης/αποφυγής των εχθρών
  • RPG στοιχεία
  • Γεμάτο fan service και easter eggs
  • To Infiltrator mode
  • Μουσική προέκταση αυτής των ταινιών
  • Η αίσθηση των όπλων με το DualSense
  • Παικτικά είναι ένα FPS της σειράς
  • Μάλλον εύκολο
  • Μέτρια γραφικά
  • Απογοητευτικό voice acting
  • Κάποιες συζητήσεις κουράζουν
  • Ούτε ίχνος του θεού Άρνολντ
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 7.5
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PS5, PS4, Xbox One, PC
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Teyon
ΕΚΔΟΣΗ:Reef Entertainment


Πηγή


Συνδεθείτε στη σελίδα μας στο Facebook

Sniper Elite 5 review

Πέραν κλασσικών επουσιωδών ρομαντικοποιήσεων κι ευφημισμών, υπάρχει κάτι το μακάβρια γοητευτικό στην τέχνη του ελεύθερου σκοπευτή, ίσως γιατί απαιτεί και συνταιριάζει όλες εκείνες τις δεξιότητες που καθιστούν έναν κυνηγό ικανό, και τις απαιτεί στο maximum. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως δεινοί ελεύθεροι σκοπευτές απολαμβάνουν φήμης και αναγνώρισης που ξεπερνούν κατά πολύ και τα πιο τρελά όνειρα του μέσου στρατιώτη. Τα παραδείγματα τυπάδων όπως ο Vasily Zaitsev, ο Simo Häyhä (aka The White Death) και η Lyudmila Pavlichenko (aka The Lady Death), που ανήχθησαν σε εθνικά σύμβολα είναι πάμπολλα. Ακριβώς αυτή τη φαντασίωση, του θρυλικού και χιλιοτραγουδισμένου ελεύθερου σκοπευτή, έρχεται να θρέψει η Rebellion με τη σειρά Sniper Elite, η οποία αριθμεί πλέον αριθμεί 17 χρόνια ύπαρξης και πέντε παιχνίδια. Όπως και οι προκάτοχοί του, το Sniper Elite 5 είναι ένα tactical shooter τρίτου προσώπου με έμφαση στο stealth – ένα παιχνίδι που θαρρώ δεν χρειάζεται και πολλές συστάσεις στην κοινότητα του gaming.

Αναλαμβάνετε για άλλη μια φορά το ρόλο του θρυλικού Nazi killer Karl Fairburne (aka The Desert Ghost) κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αποστολή σας είναι να υπονομεύσετε τις δυνάμεις του Άξονα στην Γαλλία, ενώ παράλληλα καλείστε να λύσετε το μυστήριο πίσω από την επιχείρηση Kraken με τη βοήθεια των συμμάχων σας. Κατανοώ πως σε αυτά τα παιχνίδια η αφήγηση περνά σε δεύτερη μοίρα, το ποιοτικό επίπεδο είναι, ωστόσο, τόσο χαμηλό, που αξίζει ιδιαίτερη μνεία. Οι χαρακτήρες είναι απελπιστικά μονοδιάστατοι, στερούνται πάθους, βάθους, πολυπλοκότητας, αποχρώσεων, ιδιαίτερων χαρακτηρολογικών στοιχείων, προσωπικότητας, κι οτιδήποτε καθιστά έναν χαρακτήρα έστω και υποτυπωδώς ρεαλιστικό κι ανθρώπινο. Ειλικρινά, μοιάζουν λες και ξεπήδησαν από κάποια θλιβερή προπαγανδιστική νουβέλα της δεκαετίας του ’40. Το σενάριο δείχνει να γράφτηκε από ενθουσιώδη πρωτοετή, σουρωμένο φοιτητή, που κατόπιν ουρανοκατέβατης επίπνοιας, αποφάσισε να εκφράσει τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες εν μέσω βραδιάς άκρατης κρεπάλης, παρέα με δυο μπoυκάλια μαυροδάφνη. H πλοκή μάλλον στήθηκε στο πόδι και η ιστορία ολοκληρώθηκε εν μια νυκτί (και αν). Για κάποιο λόγο, οι δημιουργοί αποφάσισαν να διανθίσουν την εμπειρία, με αρκετά cutscenes ανάμεσα στις αποστολές, το ένα χειρότερο από το άλλο.

Ας περάσουμε, όμως, στον πραγματικό λόγο που αξίζει να ασχοληθεί κανείς με το Sniper Elite, που δεν είναι άλλος από το gameplay. Αν έχετε παίξει προηγούμενα παιχνίδια της σειράς, ξέρετε τί να περιμένετε εδώ. O Karl Fairburne πήρε τ’ όπλο του και βγήκε παγανιά. Το campaign χωρίζεται σε εννιά αποστολές που διαδραμαντιζονται κυριως στην γαλλική επαρχία. Επισκέπτεστε κοιλάδες γεμάτες χωράφια, με διάφορα αγροτόσπιτα εδώ κι εκεί διάσπαρτα, και μικρά γραφικά εκκλησάκια, χωριά που κάποτε έσφυζαν από ζωή, ένα εντυπωσιακό κάστρο-έπαυλη στην μέση του πουθενά, την ακόμη πιο εντυπωσιακή Ακαδημία των Κατασκόπων που καταλαμβάνει ένα μικρό νησι, έχει φτιαχτεί στα πρότυπα του Mont-Saint-Mischel και θυμίζει κάπως Minas Tirith. Στην αρχή της κάθε αποστολής -αλλά και κατά τη διάρκεια, σε συγκεκριμένα checkpoints- μπορείτε να παραμετροποιήσετε τον εξοπλισμό σας, ώστε να ταιριάζει καλύτερα στις προτιμήσεις σας. Αρχικά έχετε κάμποσα όπλα να επιλέξετε, το καθένα με διαφορετικά χαρακτηριστικά, και ξεκλειδώνετε κι άλλα στην πορεία. Έπειτα, μπορείτε να «πειράξετε» τα διάφορα εξαρτήματα στα όπλα σας, για περαιτέρω εξειδίκευση, επιδρώντας στο fire rate, στο damage, στον θόρυβο που κάνει το όπλο, στην απόσταση βολής κτλ. Οι εν λόγω παραμετροποιήσεις είναι μια ευχάριστη προσθήκη, και εφόσον συνδυαστούν με το ικανοποιητικό εύρος επιλογών στη διαβάθμιση της δυσκολίας, μπορούν να αλλάξουν αποφασιστικά τον τρόπο που παίζετε.



Όπως σε κάθε Sniper Elite, έχετε κι εδώ την επιλογή να παίξετε stealth (που φυσικά συνίσταται) καιροφυλακτώντας στις σκιές και περιμένοντας να φανερωθεί η κατάλληλη ευκαιρία για δράση ή να καταφύγετε σε μια πιο καθαρή, έντιμη, πλην όμως επικίνδυνη προσέγγιση. Ο σχεδιασμός των επιπέδων έχει ως κεντρικό γνώμονα την ελευθερία, την ποικιλομορφία και την ευελιξία κινήσεων, διαμορφώνοντας τις κατάλληλες συνθήκες για πειραματισμό. Το παιχνίδι δεν είναι σε καμία περίπτωση ανοικτού κόσμου, τα επίπεδά του όμως κάθε άλλο παρά γραμμικά είναι. Έχετε επιλογές ως προς την κατεύθυνση που θα ακολουθήσετε, όπως και τον τρόπο που θα οργανώσετε και θα εκτελέσετε την πορεία σας προς τον στόχο. Μπορεί πχ να απομακρυνθείτε απ’ τον κεντρικό δρόμο προκειμένου να αποφύγετε τις συχνές περιπολίες, και να συρθείτε μέσα από αγρούς, να εξολοθρεύσετε αθόρυβα την μικρή ομάδα στρατιωτών που φυλά το πέρασμα απ’ το ποτάμι, και να καταφύγετε στο μικρό εκκλησάκι που υψώνεται στο λόφο. Από εκεί θα μπορέσετε να κατοπτεύσετε το χώρο και να αποφασίσετε πώς θα κινηθείτε στη συνέχεια. Κι αν η ύπαιθρος χώρα και τα αγροτικά γαλλικά τοπία δεν είναι αρκετά ώστε να συγκινήσουν, υπάρχουν και τα χωριά, νησίδες και κάστρα, με τον κάθετο σχεδιασμό τους, την ορθή πολεοδομία και την αίσθηση συνεκτικής διασύνδεσης που αποτυπώνουν.

Ο σχεδιασμός των επιπέδων είναι, λοιπόν, ορθά στημένος, ποικιλόμορφος και λεπτομερής, έτσι που καταφέρνει να ξεχωρίσει. Αποτελεί δε ξεκάθαρη αναβάθμιση εν σχέσει με τους προηγούμενους τίτλους της σειράς. Δυστυχώς, στους υπόλοιπους τομείς το gameplay παραμένει στάσιμο. Ξεκινώντας από το δυνατό του σημείο, το shooting με το σκοπευτικό τυφέκιο είναι άκρως απολαυστικό, δεδομένου μάλιστα πως θύματα είναι οι στρατιώτες, εχθροί snipers κι αξιωματικοί του Τρίτου Ράιχ. Και σε ποιόν δεν αρέσει να συνθλίβει ψηφιακά κρανία, σπλήνες, συκώτια, όρχεις και παντός τύπου όργανα διαφόρων ναζιστικών οντοτήτων; Η x-ray cam, σήμα κατατεθέν της σειράς, κάνει κι εδώ την εμφάνισή της προσφέροντας μια εκ των έσω ματιά της ζημιάς που προκαλείτε έπειτα από ένα καλοζυγισμένο χτύπημα. Εφόσον απενεργοποιήσετε τις σχετικές βοήθειες, καλείστε να λάβετε υπόψιν την απόσταση και τον άνεμο εάν θέλετε να πετύχετε το στόχο σας. Επιπλέον, θα πρέπει να επιλέξετε με σύνεση το μέρος απ’ όπου θα χτυπήσετε, ειδάλλως κινδυνεύετε να σας κυκλώσουν και να σας εξολοθρεύσουν. Πέραν τούτου, έχετε πάντα μαζί σας το πιστόλι σας, ένα αυτόματο όπλο, όπως επίσης και χειροβομβίδες, παγίδες κτλ. Υπάρχει φυσικά και η melee επιλογή, εφόσον δεν σας πάρει χαμπάρι ο εχθρός καθώς πλησιάζετε. Οι επιλογές αυτές είναι λειτουργικές κι απαραίτητες υπό ορισμένες συνθήκες, ωστόσο παραμένουν κολλημένες στη μετριότητα – τις κάνετε κατ’ ανάγκην και σπάνια τις βλέπετε ως μια συναρπαστική εναλλακτική.



Είναι ευνόητο πιστεύω από τα παραπάνω, πως το Sniper Elite 5 είναι ένα αρκούντως διασκεδαστικό παιχνίδι. Αυτό που μετριάζει σφόδρα τη διασκέδαση, σε σημείο που χαλά κατά τόπους την εμπειρία, είναι η κάκιστη νοημοσύνη των εχθρών. Οι εχθροί κυμαίνονται από το ένα άκρο, έχοντας ακόμα και «υπερφυσικές δυνάμεις», στο άλλο, όπου συναγωνίζονται σε οξύνοια ένα κοάλα (άν το κοάλα ήταν βρέφος – και του έλλειπαν κομμάτια απ’ τον εγκέφαλο). Πολλές φορές οι στρατιώτες σας βλέπουν από απόσταση 150 μέτρων, ενώ είστε κρυμμένος και σημαίνουν συναγερμό. Από την άλλη, υπάρχουν -ακόμη περισσότερες- φορές όπου έρχονται κοντά σας και δεν κάνουν τίποτα. Ή, κατόπιν απλής κυκλωτικής κίνησης από μεριάς σας, με άλλα λόγια, αφού σας χάσουν από το οπτικό τους πεδίο, σκαλώνουν, μπερδεύονται, και δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν. Ή συνεχίζουν να πυροβολούν μετά μανίας το σημείο όπου βρισκόσασταν ένα λεπτό πριν, ενώ εσείς σουλατσάρετε ανενόχλητος πίσω τους, δίχως να αντιληφθούν πως κάτι δεν πάει καλά.

Πέραν του solo campaign, το παιχνίδι διαθέτει multiplayer, όπως και άλλα modes. Υπάρχει το κλασσικό co-op, όπου παίζετε τις αποστολές μαζί με ένα φίλο. Tο survival, όπου καλείστε να υπερασπιστείτε μια ή και πολλαπλές θέσεις ενάντια σε ορδές εχθρών. To PvP multiplayer, όπου παίζετε εναντίον άλλων παικτών κι ανταγωνίζεστε για την πρωτοκαθεδρία. Όλα τα modes είναι λειτουργικά, διασκεδαστικά, χωρίς βέβαια να διεκδικούν δάφνες πρωτοτυπίας. Το mode που, όμως, καταφέρνει να ξεχωρίσει απ’ τον σωρό είναι το Αxis Invasion. Σε αυτό έχετε την επιλογή, είτε να εισέλθετε στο παιχνίδι κάποιου άλλου ως Γερμανός sniper (οι AI χαρακτήρες σας βοηθούν και μπορείτε σχετικά εύκολα να εναρμονιστείτε με αυτούς, καθιστώντας δύσκολο να σας ανακαλύψει ο αντίπαλος παίκτης προτού βρεθείτε σε θέση βολής), είτε να επιτρέψετε σε άλλους παίκτες να εισβάλουν στο δικό σας. Κατ’ εμέ, το εν λόγω mode είναι το highlight του παιχνιδιού, καθώς προσφέρεται για επικές μονομαχίες εντός των πολυποίκιλων επιπέδων που αναλύθηκαν πιο πάνω.



Περνώντας στον τομέα των γραφικών, να σημειωθεί αρχικά πως το Sniper Elite 5 δεν είναι AAΑ, επομένως υπάρχουν και οι ανάλογοι περιορισμοί ανθρώπινου δυναμικού, ικανοτήτων, budget κτλ. Με αυτό το δεδομένο, αποτελεί ένα αρκετά όμορφο παιχνίδι προηγούμενης γενιάς, που χαρακτηρίζεται όμως από μιαν έλλειψη συνέπειας. Μπορεί πχ τα γαλλικά τοπία να φαντάζουν -και να είναι- καλαίσθητα στο μάτι, εάν όμως στρέψετε το βλέμμα σας στους θάμνους και στα λουλούδια θα προσέξετε πως είναι φτιαγμένα πρόχειρα. Επιπλέον, τα εσωτερικά των κτηρίων κυμαίνονται από εντυπωσιακά (ένα κάστρο πχ διακρίνεται για την λεπτομέρεια, την ευκρίνεια και την εν γένει ομορφιά του) μέχρι και αδιάφορα. Οι χρωματικές συνθέσεις θυμίζουν έντονα προηγούμενα Sniper Elite, δίχως αυτό να αποτελεί αδυναμία, αφού προσδίδουν ζωντάνια στην εικόνα και κρύβουν τις ατέλειες. Σε ό,τι αφορά τον τεχνικό τομέα, το παιχνίδι μαστίζεται από κάμποσα bugs, που όμως δεν στέκονται αρκετά ώστε να χαλάσουν την εμπειρία. Στα του ήχου, η δουλειά που έχει γίνει στα εφέ των όπλων και του περιβάλλοντος κρίνεται ικανοποιητική, καθώς διαθέτουν την απαραίτητη ευκρίνεια, εκρηκτικότητα κι ισορροπία. Οι πολεμικές συνθέσεις που χαρακτηρίζουν τη μουσική ενισχύουν κάπως το σασπένς μια επικείμενης σύγκρουσης, σε καμία περίπτωση όμως δεν χαρακτηρίζονται αξιομνημόνευτες. Τέλος, οι ερμηνείες είναι επιεικώς κάτω του μετρίου, ενώ τα facial animations φαντάζουν άψυχα και κακοφτιαγμένα. Δεν είναι καν τόσο κακό που καταντά αξιαγάπητο, είναι απλά κακό.

Το Sniper Elite 5 κάνει σε μέσες άκρες ό,τι κι οι προκάτοχοί του, δίχως να προσπαθεί να καινοτομήσει ή έστω να αναδεύσει τη φόρμουλα. Ο σχεδιασμός των επιπέδων και οι gameplay λούπες που αναπτύσσονται εντός του είναι που καθιστούν το παιχνίδι τόσο διασκεδαστικό και σίγουρα αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του. Παράλληλα, ο μηχανισμός εισβολής προσθέτει αλατοπίπερο στη συνταγή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δημιουργεί τις συνθήκες για πραγματικά αξιομνημόνευτες στιγμές. Ωστόσο, η κάκιστη νοημοσύνη των εχθρών δεν αφήνει το παιχνίδι να λάμψει. Το πρόβλημα γιγαντώνεται δεδομένου πως τέτοια παιχνίδια στήνονται γύρω από αποσπασματικές σεκάνς αλληλεπίδρασης με τους εχθρούς, οι οποίες προκύπτουν οργανικά εντός ενός πλαισίου που χαρίζει την ψευδαίσθηση πως οι επιλογές σου είναι αναρίθμητες. Η νοημοσύνη είναι το συγκολλητικό υλικό, κι εφόσον δεν λειτουργεί ορθά, το οικοδόμημα καταρρέει. Εάν είστε παλιόφιλος της σειράς, ξέρετε τί να περιμένετε. Εάν πάλι σας εξάπτει ο ρόλος του ελεύθερου σκοπευτή και διαβόητου Nazi skull crusher, ενώ παράλληλα δεν σας ενοχλούν οι αδυναμίες που σημειώθηκαν πιο πάνω, τσιμπήστε δίχως πολλές επιφυλάξεις.

  • Λεπτομερής και καλοστημένος σχεδιασμός επιπέδων
  • Σχετική ελευθερία ως προς την προσέγγιση των αποστολών
  • Διασκεδαστικό gameplay με έμφαση στον ρόλο του ελεύθερου σκοπευτή
  • Το Axis Invasion mode
  • Κάτω του μετρίου νοημοσύνη, με εμφανή έλλειψη συνέπειας κι ισορροπίας
  • Στασιμότητα σε καίριους τομείς
  • Αδιάφορη ιστορία, μονοδιάστατοι χαρακτήρες
  • Τραγικές ερμηνείες
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 6.5
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PC, PS5, Xbox Series X/S, PS4, Xbox One
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Rebellion
ΕΚΔΟΣΗ:Rebellion
ΔΙΑΘΕΣΗ:Ave


Πηγή


Συνδεθείτε στη σελίδα μας στο Facebook

Syberia The World Before review

Για τη σειρά Syberia δε χρειάζεται να αναφέρω πολλά. Το ότι είναι, μαζί με το Longest Journey, μία εκ των δύο σειρών που επανέφεραν στο προσκήνιο τα adventure games σε μία δύσκολη για το είδος περίοδο είναι γνωστό. Το ότι ήταν στην ουσία τα παιχνίδια που καθόρισαν τους γυναικείους χαρακτήρες ως πρωταγωνιστές και μάλιστα πολύ πιο δυναμικούς και αγαπητούς από τους αντίστοιχους αντρικούς, επίσης είναι γνωστό. Μετά, λοιπόν, το καταπληκτικό Syberia, το εξαιρετικό σε γρίφους αλλά όχι τόσο σε σενάριο Syberia 2, το απελπιστικά μέτριο και σε γρίφους και σε σενάριο Syberia 3, μας έρχεται το Syberia: The World Βefore. Το παιχνίδι προσπαθεί να κάνει μια νέα αρχή για τη σειρά και να την επαναφέρει εκεί που ο θρυλικός δημιουργός της, Benoit Sokal, θα ήθελε να βρίσκεται: στο πάνθεον των adventure games.

Ολοκληρωμένο λίγο μετά το θάνατο του Benoit Sokal, το Syberia: The World Before είχε ένα δύσκολο έργο μπροστά του. Η μετριότητα του Syberia 3 είχε πρακτικά υποβαθμίσει το ξακουστό όνομα της Kate Walker και είχε προκαλέσει μεγάλο πλήγμα στους φαν της σειράς Syberia. Έτσι, λοιπόν, οι δημιουργοί αποφάσισαν να δανειστούν στοιχεία από το πρώτο Syberia, με μία εντελώς νέα ιστορία και ενσωματώνοντας σύγχρονα στοιχεία gameplay. Το αποτέλεσμα είναι ένα φρέσκο παιχνίδι, άκρως συγκινητικό για τους σαραντάρηδες που δάκρυσαν με το πρώτο Syberia, χωρίς δυστυχώς να απέχει από κάποια μικρά ελαττώματα.

Παρότι το παιχνίδι δεν ονομάζεται Syberia 4 για ευνόητους μάλλον λόγους, η ιστορία ξεκινάει ως sequel του Syberia 3. Το δυνατό σημείο του τίτλου είναι πως διαδραματίζεται σε δύο χρονικές περιόδους: 2005 με την Kate Walker και 1937-1944 κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (ή εναν φανταστικό παράλληλο πόλεμο μάλλον) με την Dana Roze. Στα τέλη του 2004, λοιπόν, η Kate έχοντας απαχθεί από ρώσικες παραστρατιωτικές οργανώσεις βρίσκεται αιχμάλωτη σε ορυχεία αλατιού κάπου στα βάθη της Ρωσίας. Έχει ελάχιστη επαφή με τον έξω κόσμο και ειδικά με την Αμερική και τον κόσμο που την αναζητά. Έχοντας στο πλευρό της την συγκρατούμενη και φίλη της Katyusha, υπομένει τις νέες συνθήκες ζωής της, μέχρι που λαμβάνει ένα γράμμα από την Olivia, τη φίλη της που την αναζητά από τότε που αποφάσισε να ακολουθήσει τον Hans. Το γράμμα την ενημερώνει πως η μητέρα της έχει πεθάνει και πως αναμένουν την επιστροφή της για την κηδεία, αλλά δυστυχώς η Kate το λαμβάνει με καθυστέρηση ετών. Καταβεβλημένη από την απώλεια, η Kate αποφασίζει να δραπετεύσει όταν οι συνθήκες το επιβάλουν και να αναζητήσει μία γυναίκα σε ένα πίνακα που ανακαλύπτει, και η οποία της μοιάζει υπερβολικά – αυτή είναι η Dana Roze.



Πίσω στο 1937, η Dana Roze είναι μαθήτρια της Μουσικής Ακαδημίας και κάτοικος του Vaghen, μία πόλης στη φανταστική χώρα Osterthal της κεντρικής Ευρώπης. Η περιοχή μαστίζεται από την άνοδο της ακροδεξιάς οργάνωσης Brown Shadow, τα μέλη της οποίας δεν κρύβουν τα ρατσιστικά τους μίση και τα εξτρεμιστικά τους σχέδια. Στη σκιά αυτών των γεγονότων, η νεαρή Dana ως η καλύτερη μαθήτρια της ξακουστής μουσικής ακαδημίας του Vaghen, έχει αναλάβει να παίξει στην κεντρική πλατεία τον ύμνο της πόλης συνοδεία των περίφημων automatons που εγκατέστησε εκεί η Voralberg – η εταιρία του Hans και της Anna. Όσο η Kate το 2005 προσπαθεί να ακολουθήσει τα βήματα της Dana, τόσο μαθαίνετε τα γεγονότα στην μαύρη εκείνη περίοδο της Ευρώπης και τα πλήρη συμβάντα γύρω από τη ζωή της Dana. Τί συνδέει τελικά τις δύο γυναίκες;

Το σενάριο του Syberia: The World Βefore είναι καλά μελετημένο και προσφέρει την ανανέωση που όλοι επιθυμούσαμε στη σειρά. Παρέχει όχι μία, αλλά δύο εξαιρετικές πρωταγωνίστριες, καθεμιά από τις οποίες έχει τη δική της δυναμική και χάρη. Το πισωγύρισμα στο χρόνο είναι εξαιρετικό και όχι μόνο δεν κουράζει, αλλά προσφέρει πραγματικά φρέσκιες ιδέες στο παιχνίδι. Διαθέτει τη νοσταλγία του Syberia 1 με άπλετους δεσμούς με τα automatons, ενώ παράλληλα μας συστήνει σε μία πιο βαθιά, προσωπική ιστορία τόσο της Kate όσο και της Dana. Υπάρχουν στιγμές που από σεναριακής και σκηνοθετικής άποψης το παιχνίδι απογειώνεται, πχ στην αρχική σεκάνς, όπου η Dana παίζει πιάνο με τη συνοδεία των automatons, με το ρίγος και τη συγκίνηση να είναι παρόμοια με την κηδεία της Anna στο πρώτο παιχνίδι. Αλλά και σε άλλα σημεία, όπως όταν παρακολουθείτε μία βουβή ταινία συνοδεία μουσικής Chopin – μάλιστα κάποια κομμάτια της συγκεκριμένης ταινίας είναι playable. Το καλύτερο σας το άφησα για το τέλος: στην τελευταία σεκάνς γίνεται μία έμμεση σύνδεση με το τέλος του πρώτου παιχνιδιού που σίγουρα θα σας κατακλύσει με συγκίνηση.



Υπάρχουν όμως και αδυναμίες; Δυστυχώς ναι. Από τη μία, η πλήρης απουσία Syberia και Hans κάπως σας απομακρύνει από την αίσθηση που είχατε αποκομίσει σχετικά με την πορεία των γεγονότων – η μόνη σύνδεση είναι στην αρχή και όσο η Kate είναι στα ορυχεία. Από την άλλη, η ιστορία της Dana, όσο δυνατή σε συναισθήματα και αν είναι, προσωπικά λίγο με κούρασε – κυρίως λόγω διάρκειας. Το παιχνίδι διαρκεί περίπου 12-14 ώρες, κάτι που μπορεί να ενθουσιάσει τους πωρωμένους με μεγάλα σε διάρκεια παιχνίδια, προσωπικά όμως μου προκάλεσε την απορία του κατά πόσο κάποια μέρη θα μπορούσαν να είχαν κοπεί στο μοντάζ. Τέλος, υπάρχει ένα σημείο που με προβλημάτισε. Ενώ ο ντετέκτιβ που σας κυνηγούσε στο Syberia 3 εμφανίζεται και εδώ ως ο συγγραφέας γραμμάτων που μπορείτε να διαβάσετε στο inventory σας και μέσω των οποίων παρακολουθείτε το ρου της ιστορίας, στην πράξη δεν εμφανίζεται ποτέ.

Στα του gameplay, θα ξεκινήσω με τα αρνητικά για να ξεμπερδεύω. Άλλωστε είναι γνωστή η αντιπάθεια που τρέφω για τον μεταμοντέρνο και εδραιωμένο πλέον τρόπο παιχνιδιού – πάνω το ποντίκι για να πλύνετε το πρόσωπο, δεξιά το ποντίκι για να ανοίξετε την πόρτα. Νομίζω θα έχετε βαρεθεί να με διαβάζετε να λέω πως σιχτιρίζω τον David Cage που κατάφερε να κάνει το σαχλό αυτό gameplay μόδα και “must” της εποχής (αν και στα δικά του παιχνίδια του το συγχωρώ). Έτσι, λοιπόν, ούτε στο Syberia: The World Βefore γλιτώνετε από κάτι τέτοιους εκνευρισμούς.

Τα αρνητικά, όμως, τελειώνουν εδώ. Κατά τα άλλα το παιχνίδι είναι ένα σύγχρονο point-and-click (ναι, point-and-click!). Με τον κλασικό χειρισμό ενός τέτοιου παιχνιδιού – χωρίς προσπάθειες για να περπατήσετε με τα μισητά κουμπιά του πληκτρολογίου, χωρίς να κουτουλάτε σε τοίχους γιατί μπερδεύει το 3D. Κλασικά πατάτε το κουμπί και ο εκάστοτε ήρωας ακολουθεί. Και λέω εκάστοτε ήρωας, γιατί εκτός από τις δύο πρωταγωνίστριες που καλύπτουν το 85% του παιχνιδιού, παίζετε και με άλλους τρεις χαρακτήρες, έστω και για λίγο. Ο ένας από αυτούς είναι ο λατρεμένος Oscar, που επανέρχεται αρκετά δυναμικά, με διαφορετική μορφή ωστόσο. Δεν παύει, όμως, να συνοδεύει την Kate με τα αγαπημένα ρομποτίστικα και απουσίας συναισθήματος σχόλιά του. Αγαπάμε Oscar.



Οι ιδέες που έχουν ενσωματώσει οι δημιουργοί ενθουσιάζουν και δείχνουν πόσο πραγματικά ώριμα έλαβαν τα αρνητικά σχόλια για το Syberia 3. Το παιχνίδι έχει προσεχθεί από πάνω μέχρι κάτω και σπάνια βρίσκετε σημείο που να σας φαίνεται μέτριο. Οι γρίφοι κυμαίνονται από πολύ εύκολοι μέχρι λίγο δύσκολοι – μία μόδα που επίσης υπάρχει πλέον, αλλά σε παιχνίδια του είδους προσωπικά συμφωνώ. Όταν το συναισθηματικό κομμάτι ανεβαίνει, η δυσκολία πρέπει να κατεβαίνει, καθώς θεωρώ ότι τα δύο αυτά αλληλοεξουδετερώνονται. Σε ποικιλία οι γρίφοι επίσης ικανοποιούν, καθώς υπάρχουν οι κλασικοί όπως πχ πώς να κάνετε μία μηχανή να δουλέψει, αλλά και πιο ευφάνταστοι όπως το να συνδυάσετε δύο εποχές για να βρείτε τη λύση. Αυτό το τελευταίο αποτελεί άλλη μία λαμπρή ιδέα. Παίζοντας παράλληλα ως Dana και Kate, η πρώτη ζει τα πραγματικά γεγονότα και η δεύτερη μαθαίνει πώς να εντοπίσει κρυψώνες και κλειδαριές. Να σημειώσω πως υπάρχει και ένα σύστημα βοήθειας με τρία επίπεδα: στο πρώτο σας λέει μία γενική ιδέα του τί πρέπει να κάνετε ενώ στο τρίτο σας καθοδηγεί στο πώς να βρείτε τη λύση του κάθε γρίφου.

Και αν κάτι διορθώθηκε σημαντικά σε σχέση με το Syberia 3, αυτό δεν είναι άλλο από τα γραφικά. Εντυπωσιακά περιβάλλοντα, με το Vaghen να πρωτοστατεί. Πρόκειται για μία ζωντανή και πανέμορφη πόλη, στα πρότυπα των πόλεων της κεντρικής Ευρώπης, με πολλές πινελιές Benoit Sokal. Τα σπίτια, οι γέφυρες και ειδικά το τραμ που διαθέτει μοναδικό σχεδιασμό και εξαιρετική νοσταλγία για τον Sokal (δεν σας κρύβω πως χάζευα κάθε φορά τον τρόπο που ανοιγοκλείνουν οι πόρτες ή τον οδηγό-automaton ή τον τρόπο που μετατρέπεται από τραμ σε πλεούμενο). Στα σημεία αυτά λάμπει η ματιά του Sokal, θυμίζοντάς μας την απώλεια ενός εξαιρετικού δημιουργού. Το δε βουνό που βρίσκεται κοντά στο Vaghen και στο οποίο εξελίσσονται αρκετά γεγονότα είναι μοναδικά σχεδιασμένο. Με πλήρη βλάστηση ολούθε, ποτάμια και χιόνια παντού, προκαλεί δέος. Μόνο αρνητικό των γραφικών είναι η θολούρα και το πιξέλιασμα στις υφές όταν γίνεται κάποιο zoom, αλλά και η μετριότητα σε ορισμένα μοντέλα χαρακτήρων. Σε γενικές γραμμές, τόσο η Kate όσο και η Dana είναι καλοσχεδιασμένες με πολύ όμορφες εκφράσεις συναισθημάτων. Τα automatons προφανώς είναι άψογα. Υπάρχουν όμως κάποιοι χαρακτήρες που καρικατουρίζουν λίγο και σε γενικές γραμμές θα τους χαρακτήριζα παλαιότερης γενιάς.

Το παιχνίδι είναι ιδιαίτερα σταθερό και τεσταρισμένο. Τα frames είναι εξαιρετικά σταθερά και πολύ σπάνια παρατηρείτε κάποια πτώση ακόμα και με τον πολυκοσμία που επικρατεί στο Vaghen, ενώ το μόνο bug δεν βλέπετε παρά μόνο κάποιο να πετάει μέσα στο δάσος. Οι χρόνοι loading, δε, είναι από τους πιο μικρούς που έχω δει, δείγμα πως το optimization που έχει γίνει είναι υψηλού επιπέδου. Είχα καιρό να παίξω ένα τόσο πλήρες, ολοκληρωμένο και τεσταρισμένο παιχνίδι. Αν μην τι άλλο είναι άξιο του ονόματός του.



Ο ήχος είναι επίσης πολύ καλός. Ναι, οι ερμηνείες των ηθοποιών της Kate και του Oscar μας είχαν λείψει και είναι πάντα αυτή η ζεστασιά στα συγκεκριμένα παιχνίδια. Αλλά ακόμα και οι υπόλοιποι χαρακτήρες ερμηνεύονται άριστα, και επιτέλους με σωστές προφορές – στην πλειοψηφία τουλάχιστον. Δεν υπάρχει πια το φαινόμενο Ρωσίδα νοσοκόμα με προφορά Καλιφόρνια (βλέπε Syberia 3). Η μουσική του Inon Zur, όπως καταλαβαίνετε και φαντάζεστε, είναι αριστούργημα. Συμφωνικά κομμάτια συνοδεύουν την Kate, ανεβαίνοντας σε ένταση σε κάθε συναισθηματικό της μονοπάτι. Και το ξαναλέω, ο ύμνος του Vaghen παιγμένος από τα automatons είναι κάτι που θα θυμάστε για πολύ καιρό.

Το Syberia: The World Before είναι ένα adventure “διαμάντι” για τα δεδομένα της εποχής μας και μια θεαματική ολική επαναφορά για τη σειρά Syberia. Όντας χιλιόμετρα μπροστά από τον μέτριο προκάτοχό του, μας θυμίζει για ποιο λόγο αγαπήσαμε τον κόσμο του Syberia και πως παρόλα τα χρόνια που πέρασαν κάποια πράματα μένουν αναλλοίωτα. Παίξτε το -ζήστε το- οπωσδήποτε.

  • Υπέροχες πρωταγωνίστριες
  • Πανέμορφες περιοχές (ειδικά το Vaghen και το βουνό)
  • Εξαιρετική υλοποίηση παιξίματος σε διαφορετικές χρονικές περιόδους
  • Ο Oscar
  • Εξαιρετική μουσική επένδυση
  • Tα automatons και το tram
  • Η ιστορία του Leon και της Dana κρατάει παραπάνω από θα έπρεπε
  • Ο χειρισμός για άνοιγμα πορτών, πλύσιμο προσώπου κτλ
  • Θα μπορούσε να είναι λίγο πιο δύσκολο
  • Πιξελιασμένες υφές σε κοντινά πλάνα
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 8.5
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PC, PS5 (Νοέμβριος 2022), Xbox Series X/S (Νοέμβριος 2022), PS4 (2023), Xbox One (2023), Switch (2023)
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Microids
ΕΚΔΟΣΗ:Microids


Πηγή


Συνδεθείτε στη σελίδα μας στο Facebook

Crowns and Pawns Kingdom of Deceit review

Η δεκαετία του ‘90 μας έδωσε ορισμένα από τα πιο επιτυχημένα point-and-click adventure. Όταν κυκλοφόρησε το Broken Sword: Shadow of the Templars το 1996, ενθουσίασε τους λάτρεις του είδους και έδωσε ελπίδες για ένα λαμπρό μέλλον στα παιχνίδια με γρίφους και ιστορίες. Δυστυχώς, τα πράγματα εξελίχθηκαν αρκετά διαφορετικά και τα adventure ακολούθησαν φθίνουσα πορεία. Αντλώντας έμπνευση από τη σειρά Broken Sword -και όχι μόνο- η λιθουανική Tag of Joy αναβιώνει τις παλιές καλές εποχές με το Crowns and Pawns: Kingdom of Deceit, συνδυάζοντας θρυλικές ιστορίες του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας και κακούς της KGB με οικογενειακά μυστικά και ανάλαφρο χιούμορ.

Η Milda είναι μια νεαρή κοπέλα από το Σικάγο που ψάχνει τη θέση της στον κόσμο. Η ήσυχη ζωή της ανατρέπεται όταν λαμβάνει ένα γράμμα που την ενημερώνει ότι ο παππούς της, που ζούσε στη Λιθουανία, πέθανε και της αφήνει το σπίτι του, μαζί με όλα του τα υπάρχοντα. Αρκεί να πάει εκεί και να αποδεχθεί την κληρονομιά. Έχοντας λίγα χρήματα, ζητάει τη βοήθεια των φίλων της, βγάζει το πολυπόθητο εισιτήριο και αποφασίζει ότι δεν έχει τίποτα να χάσει πηγαίνοντας εκεί. Μόνο που δεν ξέρει τί την περιμένει, αφού σύντομα βρίσκεται μπλεγμένη με θεωρίες συνωμοσίας και πράκτορες που την παρακολουθούν.

Η πρωταγωνίστρια είναι ένα νεαρό κορίτσι της διπλανής πόρτας. Στο ξεκίνημα αλλά και στην πορεία του παιχνιδιού, μάλιστα, επιλέγετε κάποια χαρακτηριστικά της, όπως το αν είναι φωτογράφος, προγραμματίστρια ή βοηθός ψυχολόγου, αν έχει τατουάζ ή όχι, το χτένισμά της και τα ρούχα της. Αυτό, με τη σειρά του, επηρεάζει το αν κουβαλάει πάντα μαζί της ένα βιβλίο ψυχολογίας, ένα USB stick ή μια φωτογραφική μηχανή, με το κάθε επαγγελματικό μονοπάτι να οδηγεί σε ορισμένους ξεχωριστούς διαλόγους και λύσεις γρίφων. Η δυνατότητα τόσο εξωτερικών όσο και εσωτερικών αλλαγών της ηρωίδας αποτελεί ένα ευχάριστο στοιχείο για το είδος που θα θέλαμε να δούμε και σε άλλα adventure, καθώς κάνει την εμπειρία ξεχωριστή. Οι διάλογοι κρατούν το ενδιαφέρον, τόσο από πλευράς ουσίας όσο και ηθοποιίας. Πειράγματα, αναδρομές σε ιστορικά γεγονότα, ακόμα και… μυστικά του χόκεϊ κρατούν το ενδιαφέρον χωρίς υπερβολές, με τον ρεαλισμό και τη μείξη φαντασίας και πραγματικότητας να κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας. Επιπλέον, δεν λείπουν οι φορές που οι χαρακτήρες συμπεριφέρονται σαν καρτούν ή στιγμές που στον πραγματικό κόσμο θα έφερναν αμηχανία, δημιουργώντας έτσι ένα ανάλαφρο κλίμα στο παιχνίδι.



Ο χειρισμός είναι point-and-click τρίτου προσώπου, όπου με δεξί κλικ κοιτάζετε ένα αντικείμενο ή hotspot και με αριστερό κλικ αλληλεπιδράτε με αυτό ή το μαζεύετε, όταν είναι δυνατό. Με διπλό κλικ μεταφέρεστε άμεσα στο σημείο εξόδου/εισόδου, όμως η Milda δεν τρέχει προς τα σημεία που υποδεικνύετε, παρά περπατάει. Για ευκολία, όλα τα hotspots εμφανίζονται στην οθόνη πατώντας τη ροδέλα του ποντικιού ή το spacebar. Επίσης, έχετε μαζί το κινητό σας, το οποίο χρησιμοποιείτε για κλήσεις, αποστολή μηνυμάτων και σύνδεση πληροφοριών που αποκτάτε στην πορεία.

Ο κόσμος του παιχνιδιού είναι γεμάτος από αντικείμενα που δίνουν στοιχεία που αφορούν είτε οικογενειακά μυστικά είτε πτυχές της Λιθουανικής ιστορίας, θυμίζοντας τον τρόπο που χειριζόταν το Broken Sword την ιστορία των Ναϊτών ιπποτών. Ωστόσο, όταν έχουμε να κάνουμε με αντικείμενα που εμπλέκονται άμεσα σε επίλυση γρίφων, κάποιες περιγραφές είναι (εσκεμμένα ίσως) ελλιπείς, όπως πχ ένας ανιχνευτής μετάλλων που απλά “δεν λειτουργεί”. Αυτό μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε, από το ότι είναι για πέταμα, χρειάζεται κάποιο εξάρτημα ή απλά δεν έχει έρθει η ώρα για να τον χρησιμοποιήσετε. Αυτό το λιτό “δεν λειτουργεί” σας αναγκάζει να δοκιμάσετε διάφορους συνδυασμούς αντικειμένων -ένα ένα κάθε φορά- μέχρι να το πετύχετε, πολλές φορές στην τύχη. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στον πρώτο γρίφο του παιχνιδιού, που περιλαμβάνει τους κλασικούς διακόπτες ρεύματος. Οι οδηγίες είναι τόσο ασαφείς που δεν αποκλείεται να κολλήσετε εκεί για περισσότερη ώρα από όσο θα έπρεπε. Σε γενικά πλαίσια, οι γρίφοι είναι λογικοί και ευχάριστοι, με κάποιες εξαιρέσεις, όπως εκείνοι όπου πρέπει να βιαστείτε να κάνετε κάτι, διαφορετικά πρέπει να το επαναλάβετε από την αρχή. Βρείτε κέρματα για να αγοράσετε λεμονάδα, έναν τρόπο να κολλήσετε έναν πίνακα στο καβαλέτο ή συλλέξτε κάτι που λαμπυρίζει μέσα από μια χαραμάδα στο πάτωμα. Υπάρχει λογική και ποικιλία στην περιπέτεια που δεν κουράζει.

Τα ζωγραφισμένα στο χέρι φόντα ενισχύουν την αίσθηση του καρτούν, με τα τρισδιάστατα μοντέλα να έρχονται για να τονίσουν τον ρεαλισμό. Στις καλύτερες οπτικά στιγμές του παιχνιδιού συμπεριλαμβάνονται οι δυσαρεστημένες εκφράσεις χαρακτήρων όταν θυμώνουν ή όταν κάτι δεν πάει καλά, που είναι σίγουρο πως θα σας κάνουν να χαμογελάσετε. Ο κόσμος, αν και ήσυχος, με σκόρπιες παρουσίες, περιλαμβάνει στοιχεία στο παρασκήνιο όπως μύγες που πετούν επάνω από εγκαταλελειμμένα κουζινικά σκεύη, μια κυρία που σκουπίζει στο βάθος, μια γάτα επάνω σε ένα γραφείο, και άλλα, που δίνουν λίγη ζωή στο περιβάλλον. Το animation βρίσκεται μέσα σε αποδεκτά πλαίσια, χωρίς όμως να ανταποκρίνεται πάντα στην πραγματικότητα. Βλέπουμε την ηρωίδα να τεντώνει το χέρι της σε ένα ψηλό ντουλάπι ή σε μια χαραμάδα και απλά να αποκτά κάτι νέο στο inventory της. Πρόκειται για κάτι μικρό, όμως επηρεάζει την ατμόσφαιρα αποσπώντας την προσοχή.



Η μουσική από τον Daniel Pharos (A New Beginning, Memoria) συνοδεύει πολλές σκηνές, είτε μέσω σαξοφώνου είτε ακουστικής κιθάρας, και περιστασιακά παίζεται από κάποιον χαρακτήρα κοντά σας, εκπλήσσοντας ευχάριστα. Κάτι που ξενίζει ελαφρώς είναι πως οι περισσότεροι χαρακτήρες μιλούν άπταιστα αγγλικά, με πολλούς από αυτούς να ακούγονται Αμερικάνοι παρά Λιθουανοί ή καν Ευρωπαίοι, από τον παπά της εκκλησίας μέχρι την ηλικιωμένη κυρία στο κατάστημα με τα ντόνατς που δεν έχουν την παραμικρή προφορά χρήστη δεύτερης γλώσσας.

Το Crowns and Pawns: Kingdom of Deceit είναι ένα αξιόλογο point-and-click adventure παλιάς σχολής, με διάρκεια περίπου 10 ώρες, αναλόγως το πόσο γρήγορα λύνετε τους γρίφους χωρίς βοήθεια. Ενδεχομένως για μεγαλύτερη δυσκολία και χρόνο ενασχόλησης δεν εφαρμόζει κάποιες βασικές καινοτομίες των τελευταίων ετών (πχ αυτόματη επιλογή σωστού αντικειμένου κατά τους συνδυασμούς και τρέξιμο από το ένα σημείο στο άλλο). Έχει όμως και κάποιες νέες ιδέες, όπως η επιλογή χαρακτηριστικών (εμφάνιση, ιστορικό, προσέγγιση στις απαντήσεις κτλ), που θέλουμε να δούμε και σε άλλα παιχνίδια. Αν είστε φαν των παιχνιδιών τύπου Broken Sword, το Crowns and Pawns θα σας αρέσει.

  • Ευχάριστη ατμόσφαιρα
  • Όμορφες τοποθεσίες
  • Καλογραμμένοι διάλογοι
  • Εξατομίκευση της πρωταγωνίστριας
  • Κάποιοι ασαφείς γρίφοι και οι γρίφοι με τον χρόνο
  • Βιαστικό φινάλε
  • Δεν εφαρμόζει ορισμένες διευκολύνσεις στο gameplay
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 7.5
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PC
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Tag of Joy
ΕΚΔΟΣΗ:Thunderful


Πηγή


Συνδεθείτε στη σελίδα μας στο Facebook

Touken Ranbu Warriors | Review

Η αλήθεια είναι πως τους Musou-Warriors τίτλους της Omega Force συνήθως τους συναντάμε στη “κίτρινη ζώνη” του Metacritic. Αυτό είναι λογικό να συμβαίνει, αφού ο πυρήνας τους είναι το button mashing και η ανύπαρκτη πρόκληση. Ωστόσο, όπως και σε κάθε κανόνα, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Έτσι συμβαίνει και στην περίπτωση της Omega Force, αφού μερικοί τίτλοι της κάνουν ένα παραπάνω βήμα, που μάλλον οφείλεται σε εξωτερικές συνεργασίες (βλέπε δείγματα όπως τα Dragon Quest Heroes, Persona 5 Strikers και Hyrule Warriors: Age of Calamity).

Ακόμα μια αλήθεια, η οποία είναι δυσάρεστη, είναι το γεγονός πως το ιαπωνικό στούντιο της Omega Force έχει χάσει τη φόρμα του. Αυτό είναι εύκολο να το παρατηρήσει κάποιος που ακολουθεί στενά τα βήματα του ιαπωνικού στούντιο. Μερικά παραδείγματα είναι η περίπτωση του Attack on Titan 2, όπου το μόνο που άλλαξε από τον προκάτοχό του ήταν η προοπτική κάμερας πρώτου προσώπου στις cutscenes.



Μετέπειτα είχαμε την περίπτωση του One Piece Pirate Warriors 4, το οποίο είχε λιγότερο περιεχόμενο από το Pirate Warriors 3, με αποτέλεσμα να είναι πιο συμπυκνωμένο, ενώ επόμενο δείγμα είναι το Samurai Warriors 5, όπου χαρακτήρες από το roster σβήστηκαν και ταυτόχρονα οι δημιουργοί επέλεξαν τον εύκολο δρόμο των δύο αντίθετων διαδρομών, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να παίζουμε τις ίδιες πίστες από διαφορετική κατεύθυνση.

Ακόμη ένας τίτλος που απογοήτευσε ήταν το Dynasty Warriors 9 Empires, όπου η βασική του έκδοση -το Dynasty Warriors 9- ήδη είχε ένα σωρό προβλήματα που μεταφέρθηκαν και στην Empires έκδοση, τουτέστιν, τα τεχνικά προβλήματα και το σύστημα μάχης στον αυτόματο -one button mashing και auto-combo στις σκανδάλες. Συνεπώς, το Touken Ranbu ήταν λογικό να υποθέσουμε πως -αφού πρόκειται για ένα νέο IP, που έρχεται για πρώτη φορά στη δυτική αγορά και ταυτόχρονα είναι μια εξωτερική συνεργασία- ίσως βελτίωνε την πρόσφατη εικόνα της Omega Force.



Σε αυτό το σημείο καλό είναι να αναφέρουμε πως το Touken Ranbu είναι ένα free-to-play παιχνίδι καρτών, δημοφιλέστατο στο γυναικείο κοινό της Ιαπωνίας, αφού στις κάρτες αποτυπώνονται όμορφα αγόρια (“bishonen” -ορισμός στην ιαπωνική γλώσσα), τα οποία αποδίδουν πασίγνωστα ιστορικά ξίφη-katana της ιαπωνικής κουλτούρας. Τέτοιου είδους “μετενσαρκώσεις” δεν είναι πρωτόγνωρες στο ιαπωνικό κοινό, αφού τα έχουμε βιώσει μέχρι και σε δημοφιλείς ιαπωνικές τηλεοπτικές σειρές, όπως το Bleach.

Από εκεί και πέρα, το Touken Ranbu Warriors δυστυχώς προβάλλει την πρόσφατη φόρμα της κουρασμένης πλέον Omega Force. Συγκεκριμένα, η πρώτη εντύπωση που μας κάνει το παιχνίδι κατά την είσοδό μας στην πρώτη μάχη είναι οι μικροί χάρτες, τα γραφικά χαμηλής ποιότητας, το αυτόματο σύστημα μάχης του Dynasty Warriors 9 Empires (one button mashing και auto-combos στις σκανδάλες) και επιπλέον η δυσάρεστη απουσία του -για πρώτη φορά σε Musou τίτλο- κουμπιού για άλμα, το οποίο συνεπάγεται ανύπαρκτα animations για combos στον αέρα.



Οπότε, ως πρώτο δείγμα, έχουμε έναν τίτλο χαμηλού budget, όπου απλά κόπηκαν πόροι ώστε να προκύψει ακόμα ένα παιχνίδι. Αυτό εξάλλου διαφαίνεται σε όλο το εύρος του Touken Ranbu Warriors. Συγκεκριμένα, οι διάλογοι παρουσιάζονται με τα γνώριμα text boxes που γνωρίσαμε στα πρόσφατα Samurai Warriors 4-5 ενώ το σενάριο -όπου μετενσαρκώνονται τα ξίφη-ήρωες- βασίζεται επάνω στο αντίστοιχο των Samurai Warriors, δηλαδή έχουμε περίπτωση “ξαναζεσταμένου φαγητού” σε ό,τι αφορά την αφήγηση.

Επιπροσθέτως, το hub και η γενικότερη φιλοσοφία σχέσεων με τους χαρακτήρες υπόκειται σε χρήση ίδιων assets από το Samurai Warriors 4 Empires. Σε παρόμοιο, ρηχό ύφος κυμαίνεται και η ανάπτυξη των χαρακτήρων, η οποία πραγματοποιείται με τη παραδοσιακή μέθοδο των επιπέδων. Μέσα από το κατάστημα του τίτλου αγοράζουμε τα combos για τον κάθε χαρακτήρα, τα οποία και αυτά με τη σειρά τους δεν έχουν ταυτότητα, αφού είναι οι ίδιες combo κινήσεις για όλους (clone moves).



Από τα παραπάνω προκύπτει πως το αίσθημα του Déjà-vu είναι έντονο, όπως επίσης εντονότατη είναι και η αίσθηση πως ο τίτλος δεν έχει ταυτότητα. Αυτό συμβαίνει διότι οι ήρωες -σύμφωνα με την αφήγηση- βρίσκονται στη φεουδαρχική Ιαπωνία και καλούνται να επαναφέρουν το χρονοδιάγραμμα σώζοντας στρατηγούς (πράγμα που έχουμε ζήσει και μέσα από τα Warriors Orochi της Omega Force).

Για να επαναφέρουμε το χρονοδιάγραμμα, συμμετέχουμε στις παραπάνω μάχες και πολεμάμε τέρατα. Βέβαια, λόγω του χαμηλού budget, δεν υπάρχει καμία ποικιλία ούτε σε αυτ΄ά τα τέρατα αλλά ούτε και στα bosses, δηλαδή δεν υπάρχει καμία σχέση με τους Warriors τίτλους, όπου είχαμε boss fights με ταυτότητα. Στην εξίσωση αυτή προσθέτουμε και την απουσία αναβάθμισης του εξοπλισμού, την ανύπαρκτη πρόκληση και τη διάρκεια που φτάνει τις 20 ώρες, που έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την κούραση, αφού οι χαρακτήρες και οι εχθροί έρχονται χωρίς ταυτότητα.


Εν κατακλείδι, το Touken Ranbu Warriors είναι ένας low budget τίτλος, ο οποίος δεν απευθύνεται καν στην εγκατεστημένη βάση που έχει δημιουργήσει η Omega Force με τους τίτλους της σειράς Warriors αφού (όπως και οι πρόσφατοι-προαναφερθέντες τίτλοι της) δεν ανήκει ούτε καν στην κατηγορία “guilty pleasure”.

 
Πηγή


Συνδεθείτε στη σελίδα μας στο Facebook

Gran Turismo 7 review

Τον τελευταίο καιρό διαπιστώνω ότι ο αριθμός των παλιών φαν του Gran Turismo που εγκατέλειψαν τη σειρά κατά την περασμένη δεκαετία είναι μεγάλος. Για την ακρίβεια, η ίδια η Sony και η δημιουργός Polyphony Digital έδιωξαν τους παίκτες με τις λανθασμένες επιλογές τους. Από την εγκληματική κυκλοφορία του GT6 στο PS3 ενώ είχε ήδη βγει το PS4, μέχρι την multiplayer φιλοσοφία του GT Sport που αποξένωσε όσους προτιμούν single-player εμπειρία, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σειρά Gran Turismo έχει χάσει κόσμο και δεν είναι ότι ήταν παλαιότερα. Αυτό το χαμένο έδαφος καλείται να καλύψει το Gran Turismo 7, το πρώτο... “σωστό” GT εδώ και 10+ χρόνια. Καταφέρνει να επαναφέρει τη σειρά στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου και να γίνει ο νέος βασιλιάς των racers; Σε κάποια σημεία ναι, όμως σε κάποια άλλα όχι.

Η πρώτη εντύπωση που προκαλεί το GT7 είναι κάτι παραπάνω από θετική. Αντικατοπτρίζοντας την έμφαση που δίνεται ξανά στη single-player εμπειρία, το κεντρικό μενού του παιχνιδιού είναι ένα πανέμορφο animated θέρετρο με διάφορα σημεία ενδιαφέροντος που αποτελούν και τις διαθέσιμες επιλογές. Υπάρχει πχ μια... καφετέρια που αποτελεί τη βάση του career mode (περισσότερα στη συνέχεια), το κέντρο εξετάσεων για τα κλασικά διπλώματα, εμπορικό κέντρο όπου αγοράζετε νέα αυτοκίνητα, αντιπροσωπεία μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, αντιπροσωπεία θρυλικών αυτοκινήτων, το γκαράζ σας βέβαια, μαγαζί αναβαθμίσεων, μαγαζί παραμετροποιήσεων κτλ. Ακόμα και το multiplayer είναι ενσωματωμένο σε αυτό τον χάρτη. Μάλιστα υπάρχουν και κάποιοι χαρακτήρες που αναλαμβάνουν να σας γνωρίσουν και να σας εξηγήσουν κάθε πτυχή του κόσμου του GT7. Γενικώς το παιχνίδι είναι καλοστημένο δομικά, επιτρέποντάς σας να ασχοληθείτε με ότι θέλετε άμεσα και εύκολα. Επίσης είναι εμφανής η προσπάθεια να είναι και όσο το δυνατόν πιο φιλικό προς νέους παίκτες.

To GT7 περιλαμβάνει 400+ σύγχρονα και παλιά αυτοκίνητα, από πολλές δεκάδες εταιρείες ανά τον κόσμο. Η ποικιλία είναι η αναμενόμενη για τα δεδομένα της σειράς GT, από μικρομεσαία (με τα οποία ξεκινάτε το παιχνίδι), σπορ και εξωτικά, μέχρι αγωνιστικά πίστας, ράλι και φόρμουλα. Πολλά εμβληματικά αυτοκίνητα των τελευταίων δεκαετιών είναι εδώ. Επιτρέψτε μου επίσης να κάνω ειδική αναφορά στα απολαυστικά Super GT θηρία του ομώνυμου πρωταθλήματος της Ιαπωνίας. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και χτυπητές απουσίες, με κάποιες γνωστές μάρκες να λείπουν. Επιπλέον, η ψύχωση της Polyphony με τα ψεύτικα αυτοκίνητα... χτυπάει κόκκινο. Το παιχνίδι είναι γεμάτο με πλασματικά αγωνιστικά και βέβαια αυτά τα “φουτουριστικά” Vision GT μοντέλα που υπάρχουν στα τελευταία Gran Turismo και προσωπικά ποτέ δεν συμπάθησα (κάποια δεν έχουν ούτε καν εσωτερική κάμερα). Το σύνολο των 34 πιστών είναι μεγάλο, αλλά κι αυτό αφήνει κάπως ανάμεικτες εντυπώσεις. Υπάρχουν αρκετές από τις πιο γνωστές πίστες στον κόσμο, αλλά και αρκετές πλασματικές (κάποιες εκ των οποίων επιστρέφουν από προηγούμενα GT). Και εδώ όμως έχουμε σημαντικές απουσίες. Ελπίζουμε να διορθωθούν με DLC, όπως και τα κενά στο σύνολο των αμαξιών (ήδη έχουν προστεθεί κάποια σημαντικά αγωνιστικά).



Σε κάθε περίπτωση, όταν τα αυτοκίνητα συναντούν τις πίστες, το GT7 “λάμπει”. Ο χειρισμός είναι εξαιρετικός, με κάθε αμάξι να έχει την δική του αίσθηση και να αποτελεί μια διαφορετική πρόκληση ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του (συν άλλους παράγοντες όπως οι ρυθμίσεις που κάνετε, το είδος και η φθορά των ελαστικών, η βροχή κτλ). Το παιχνίδι είναι “κομμένο και ραμμένο” για το DualSense, εκμεταλλευόμενο στο έπακρο κάθε χαρακτηριστικό του χειριστηρίου (ειδικά την δόνηση) και μεταφέροντας τέλεια τη συμπεριφορά του εκάστοτε οχήματος. Η αντίσταση στις σκανδάλες καθώς πατάτε γκάζι και φρένο επίσης είναι εντυπωσιακή, αλλά ειδικά στο φρενάρισμα ίσως να μη σας βολεύει καθόλου και να θέλετε να την απενεργοποιήσετε (όπως έκανα εγώ). Στον χειρισμό συμβάλλει σημαντικά και η εσωτερική κάμερα, που αναπαριστά εξαιρετικά την κίνηση και την αίσθηση ταχύτητας, προσφέροντας μια συναρπαστική εμπειρία (ειδικά με τα αγωνιστικά προφανώς). Να σημειωθεί ότι μπορείτε να τροποποιήσετε τον τύπο της κίνησης, το ύψος, το βάθος, ακόμα και την γωνία της cockpit cam. Τέλος, οι καθιερωμένες οδηγικές βοήθειες είναι εδώ για να κάνουν τον χειρισμό... λιγότερο σοβαρό. Προσωπικά, με το DualSense τις είχα όλες απενεργοποιημένες και δεν αντιμετώπισα κανένα θέμα.

Η νοημοσύνη των αντίπαλων οδηγών είναι ένας τομέας στον οποίο τo GT7 κάνει σημαντικά βήματα προόδου σε σχέση με τους προκατόχους του. Οι (έως 19) αντίπαλοί σας στον αγώνα δεν είναι διακοσμητικά bot-άκια και δεν τρέχουν στοιχισμένοι σε μια γραμμή όπως σε άλλους τίτλους του είδους. Σας κοντράρουν αρκετά, ειδικά στις πρώτες θέσεις, χωρίζονται σε ξεχωριστά γκρουπ κατά την διάρκεια του αγώνα, αμύνονται, κάνουν λάθη (ειδικά αν τους πιέζετε), ενώ κοντράρονται και μεταξύ τους (ακόμα και τρεις μαζί ο ένας δίπλα στον άλλον στην ευθεία) δίνοντας έτσι μια πιο οργανική αίσθηση στον αγώνα. Το μόνο πρόβλημα με τους ΑΙ αντιπάλους είναι ότι σε ορισμένους αγώνες που απαιτούν αλλαγές ελαστικών, παίρνουν τραγικές αποφάσεις (πχ μπαίνουν στα πιτ στον τελευταίο γύρο). Ξενερωτικό και ελπίζω να διορθωθεί. Η άλλη μεγάλη ξενέρα στους βασικούς single-player αγώνες είναι το υποτυπώδες μοντέλο ζημιών. Εμφανισιακά τα αμάξια παθαίνουν μόνο ορισμένες γρατζουνιές το πολύ, ενώ από πλευράς χειρισμού/απόδοσης, μόνο μετά από κάποιο βαρβάτο τρακάρισμα, χαλάνε... προσωρινά και “θεραπεύονται” αυτόματα μετά από λίγο όπως συμβαίνει με την υγεία στα shooters. Το αποτέλεσμα: η απρόσεκτη και απερίσκεπτη οδήγηση δεν τιμωρείται, δεν αποτελεί ιδιαίτερο ρίσκο. Όπου, ότι και όσο δυνατά κι αν τρακάρετε, συνεχίζετε κανονικά στον αγώνα και βέβαια μπορείτε να χρησιμοποιείτε τους αντιπάλους ως “μπάρα” για να τους πάρετε την εσωτερική σε μια στροφή. Απαράδεκτες καταστάσεις που θυμίζουν περισσότερο arcade racer της σειράς, παρά σύγχρονο sim.



Αυτή η αίσθηση συνεχίζεται και με το... υποτιθέμενο career mode του παιχνιδιού. Η μεγάλη ελπίδα μας ήταν να ζήσουμε μια συναρπαστική καριέρα οδηγού στον κόσμο του αυτοκινήτου και του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Δυστυχώς, η Polyphony Digital είχε άλλη άποψη. Παραδοσιακό career mode δεν υπάρχει εδώ. Αντ' αυτού, μέσω της προαναφερθείσας καφετέριας, ένας τύπος σας βάζει να... συλλέξετε αυτοκίνητα (και να μάθετε την ιστορία τους). Παίζετε αγώνες και ανταμείβεστε με αυτοκίνητα, χωρίς κάποιον προφανή και συγκεκριμένο λόγο. Κάποια εξ αυτών μπορεί να μην τα αγγίξετε ποτέ. Μόλις ολοκληρώσετε ένα μενού-γκρουπ αυτοκινήτων, πάτε στο επόμενο, μέχρι να τα ολοκληρώσετε όλα. Στην πορεία συμμετέχετε και σε κάποια υποτυπώδη πρωταθλήματα ελάχιστων πιστών. Φτάνετε στο τελικό πρωτάθλημα, που είναι μόλις πέντε πιστών, το τερματίζετε και... τέλος. Μηδενική αίσθηση προόδου και επιτεύγματος. Δεν υπάρχει ούτε κάποια επίσημη άδεια πραγματικής διοργάνωσης ή κάτι τέτοιο. Η όλη διαδικασία θυμίζει περισσότερο tutorial παρά πυρήνα του παιχνιδιού.

Αντί για καριέρα και πρωταθλήματα, το παιχνίδι επικεντρώνεται στους μεμονωμένους αγώνες. Κάθε πίστα περιλαμβάνει διάφορους αγώνες προς παίξιμο, ο καθένας με διαφορετικές απαιτήσεις, παραμέτρους και χρηματική ανταμοιβή. Εδώ το καλό είναι ότι το παιχνίδι μετράει την απόδοση των αυτοκινήτων (performance points) ανεξάρτητα από τις επιμέρους κατηγορίες τους. Ως εκ τούτου, αν πχ ένας αγώνας απλά έχει ανώτατο όριο PP αλλά το αγαπημένο σας αυτοκίνητο το ξεπερνάει, πιθανόν να μπορείτε να μειώσετε την απόδοσή του μέσω ρυθμίσεων και αλλαγής εξαρτημάτων και ελαστικών, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις και να το χρησιμοποιήσετε. Τρανό σχετικό παράδειγμα: διαφορετικών ειδών αγωνιστικά -πχ GT3 και Super GT- μπορούν να παίρνουν μέρος στον ίδιο αγώνα. Η ελευθερία που προσφέρει αυτό το σύστημα δυστυχώς έρχεται σε αντίθεση με το τρομερά περιοριστικό στήσιμο των έτοιμων αγώνων. Το παιχνίδι όχι μόνο δεν έχει χρονομετρημένα δοκιμαστικά, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις σας ξεκινάει... τελευταίο και μάλιστα σε κυλιόμενη εκκίνηση με τους αντιπάλους αρκετά μπροστά από εσάς. Έτσι, κάθε αγώνας ουσιαστικά είναι μια εξοργιστική διαδικασία προσπεράσεων προκειμένου να φτάσετε στις πρώτες θέσεις. Στα δε προαναφερθέντα πρωταθλήματα του “career”, πάντα ξεκινάτε τελευταίος, ενώ οι βασικοί αντίπαλοί σας στην βαθμολογία πάντα ξεκινάνε πρώτοι! Δεν μπορείτε καν να αυξήσετε τον αριθμό τον γύρων για να έχετε περισσότερες ελπίδες να... προλάβετε. Και εδώ, το παιχνίδι θυμίζει περισσότερο arcade, παρά sim racer.



Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι το σύνολο των έτοιμων αγώνων παρουσιάζει τρομερή ανισορροπία. Κάποιες πίστες περιλαμβάνουν αρκετούς αγώνες, ενώ άλλες ελάχιστους (πχ τη στιγμή που γράφεται το παρόν κείμενο, πασίγνωστες πίστες όπως το Interlagos και το Mount Panorama έχουν μόλις έναν αγώνα). Ευτυχώς, το παιχνίδι εμπλουτίζεται τακτικά με νέους αγώνες μέσω update. Εδώ πάντως η παρτίδα σώζεται από την επιλογή custom race. Σε κάθε πίστα, μπορείτε να στήσετε τον δικό σας αγώνα καθορίζοντας κυριολεκτικά κάθε χαρακτηριστικό του, ακόμα και την εξέλιξη του καιρού (ή να βάλετε τυχαίο καιρό). Βασικά μπορείτε να φτιάξετε τους αγώνες των ονείρων σας, με στοιχεία που για κάποιο λόγο δεν υπάρχουν στους έτοιμους (πχ μόνιμη ζημιά, ποινές). Μακάρι να υπήρχαν χρονομετρημένα δοκιμαστικά, αλλά και custom πρωταθλήματα. Από εκεί και πέρα, κάθε πίστα έχει επίσης κλασικές επιλογές όπως χρονικά challenges, απλό arcade αγώνα, time trial και drift trial. Εκτός αγώνων, υπάρχουν πολλά και ποικίλα challenges προς εκπλήρωση, όπως προσπεράσματα, χρονομετρημένοι γύροι, drifting κτλ. Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και τα τεστ για διπλώματα (τα οποία ως ένα σημείο είναι υποχρεωτικά). Τέλος, αν θέλετε κάτι πιο χαλαρό (και ανέλπιστα διασκεδαστικό), υπάρχει το music rally. Σε αυτό, τρέχετε υπό τους ήχους ενός γνωστού μουσικού κομματιού και πρέπει να διανύσετε όσο το δυνατόν περισσότερη απόσταση στην πίστα πριν τελειώσει η μουσική.

Με κάθε αγώνα, challenge κτλ που εκπληρώνετε, ανταμείβεστε με in-game χρήματα. Αυτά τα ξοδεύετε βασικά σε δύο δραστηριότητες: αγορές αυτοκινήτων και εξαρτημάτων. Το παιχνίδι αρχικά είχε ιδιαίτερα περιοριστικό σύστημα οικονομίας, με μικρές χρηματικές ανταμοιβές, ακόμα και απουσία δυνατότητας πώλησης αυτοκινήτων. Ξεκάθαρος στόχος ήταν ο παίκτης να αναγκαστεί να πληρώσει από την τσέπη του για να αποκτήσει περισσότερα in-game χρήματα (να σας πω την αμαρτία μου, ως κορόιδο το έκανα πολλαπλές φορές γιατί ήθελα να αποκτήσω διάφορα αγωνιστικά). Όμως μετά το δικαιολογημένο κράξιμο που έπεσε, η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά (πλέον περιμένουμε να προστεθεί και η δυνατότητα πώλησης αυτοκινήτων). Ως εκ τούτου, πλέον κερδίζετε αρκετά in-game χρήματα μέσω gameplay (τόσο στο single-player, όσο και στο multi) για να μπορείτε να τσιμπήσετε κάποιο αμάξι που σας έχει “γυαλίσει”. Υπάρχουν επίσης κληρώσεις που σας δίνουν in-game χρήματα, εξαρτήματα, ακόμα και ολόκληρα αυτοκίνητα. Στο πλαίσιο των παραπάνω, πρέπει να σημειωθεί και ότι οι αντιπροσωπείες μεταχειρισμένων και θρυλικών αυτοκινήτων έχουν περιορισμένο στοκ, με συνέπεια διάφορα μοντέλα να μην είναι πάντα διαθέσιμα. Τέλος, ένα ακόμα εκνευριστικό θέμα είναι η απαίτηση του παιχνιδιού για μόνιμη σύνδεση στο ίντερνετ, με συνέπεια όταν δεν δουλεύουν οι servers (πχ για συντήρηση πριν από κάθε update) να μην έχετε πρόσβαση στο 90% του παιχνιδιού.

Το GT7 είναι γεμάτο με πωρωτικές “πινελιές”... car porn. Στο μενού αναβαθμίσεων, κάθε εξάρτημα αποτελεί καλοσχεδιασμένο 3D αντικείμενο και συνοδεύεται από περιγραφή του ρόλου του. Οι δεκάδες διαθέσιμες αναβαθμίσεις χωρίζονται σε κατηγορίες, από απλές μέχρι φουλ αγωνιστικές και πρέπει να τις επιλέγετε προσεκτικά, για να είστε σίγουρος ότι ταιριάζουν με το εκάστοτε αμάξι σας και ότι μπορούν να σας βοηθήσουν όπως θέλετε, χωρίς όμως να σας πάνε πάνω από το επιτρεπόμενο όριο απόδοσης των αγώνων που σας ενδιαφέρουν. Ταυτόχρονα, βλέπετε το αυτοκίνητό σας παρκαρισμένο στο συνεργείο, με μηχανικούς, άλλα αμάξια κτλ γύρω του. Δεν λείπει και το χιούμορ, καθώς πχ όταν φαρδαίνετε το σασί, βλέπετε τους μηχανικούς να... τραβάνε τις πλευρές του αυτοκινήτου. Μπορείτε βέβαια να κάνετε και διάφορες εμφανισιακές αλλαγές στο αμάξι σας, προσθαφαιρώντας χρώματα, αυτοκόλλητα, αεροτομές, λογότυπα ελαστικών κτλ. Μπορείτε να μοιράζεστε τις εμφανίσεις σας με την κοινότητα ή να κατεβάζετε εμφανίσεις σχεδιασμένες από άλλους παίκτες. Το παιχνίδι διαθέτει επίσης ένα από τα πιο πλούσια photo mode στην ιστορία του gaming, ενώ σας επιτρέπει και να... καμαρώνετε το αμάξι σας καθώς αυτό κινείται μέσα σε φωτογραφίες περιβαλλόντων ανά τον κόσμο (πολύ ωραίο και πρωτότυπο). Τέλος, το παιχνίδι λειτουργεί και ως κάτι σαν... εγκυκλοπαίδεια αυτοκινήτων, με κάθε εταιρεία να έχει δικό της μουσείο αφιερωμένο στην ιστορία της.



Μετά το GT Sport, οι προσδοκίες για το multiplayer του GT7 ήταν μεγάλες και ευτυχώς ανταποκρίνεται σε αυτές. Το multiplayer ουσιαστικά χωρίζεται σε δύο μέρη. Πρώτον, το απλό, κλασικό online, όπου φτιάχνετε το δικό σας lobby ή μπαίνετε σε lobby άλλων παικτών και τρέχετε απλά για διασκέδαση. Μπορείτε να φτιάξετε ή να βρείτε αγώνες για όλα τα γούστα. Όμως το... κυρίως πιάτο του multiplayer είναι το Sport mode - το πιο σοβαρό, ανταγωνιστικό online. Εδώ αγωνίζεστε όπου και όπως καθορίζει το παιχνίδι: υπάρχουν τρεις μεμονωμένοι αγώνες που αλλάζουν κάθε εβδομάδα, πρωταθλήματα πολλαπλών γύρων που λαμβάνουν χώρα ανά κάποιες μέρες, συν lap time challenge όπου οι παίκτες ανταγωνίζονται για τον καλύτερο χρόνο. Η βασική ενασχόληση των περισσότερων εδώ μάλλον είναι οι τρεις μεμονωμένοι αγώνες, λόγω απλότητας και εβδομαδιαίας ανανέωσης. Μάλιστα, κάποιες φορές τουλάχιστον ένας από τους αγώνες είναι εμπνευσμένος από τα τεκτενόμενα στον πραγματικό μηχανοκίνητο αθλητισμό, πχ την εβδομάδα που ήταν οι 12 ώρες του Mount Panorama, υπήρχε αγώνας στη συγκεκριμένη πίστα με αμάξια GT3. Τα δε πρωταθλήματα ουσιαστικά είναι eSports από την άνεση του καναπέ, κάτι ιδιαίτερα ελκυστικό αν έχετε μάθει πλέον το παιχνίδι.

Το όλο Sport mode είναι στημένο έτσι ώστε για να βγάζει σοβαρότητα και να ενθαρρύνει την ευγενή άμιλλα. Χρησιμοποιείται ένα αρκετά αποτελεσματικό σύστημα χρονικών ποινών κατά την διάρκεια του αγώνα που τιμωρεί τρακαρίσματα, κόψιμο δρόμου και λοιπές τσατσιές. Επιπλέον, o τρόπος οδήγησής σας αξιολογείται ξεχωριστά από τα αποτελέσματά σας, που σημαίνει ότι το να τερματίζετε σε καλές θέσεις δεν αρκεί και πρέπει να οδηγείτε και καθαρά για να προοδεύσετε (και επίσης να μην κάνετε rage quit). Οι αγώνες είναι διασκεδαστικοί, ειδικά όταν εμπεριέχουν στρατηγική λόγω πιο γρήγορου ρυθμού φθοράς ελαστικών και κατανάλωσης καυσίμων ή δυνατότητα χρήσης διαφορετικών ελαστικών. Το να μπαίνει ο αντίπαλός σου στα πιτ και εσύ να προσπαθείς να κάνεις τον απόλυτο γύρο ώστε στη συνέχεια να μπεις στα πιτ και να βγεις μπροστά του, σε multiplayer, είναι φανταστική αίσθηση. Τέλος, να σημειωθεί ότι εδώ υπάρχει qualifying. Αυτό λαμβάνει χώρα ανεξάρτητα από τους αγώνες, οπότε μπορείτε να δοκιμάσετε όσες φορές θέλετε κατά την διάρκεια της εβδομάδας. Το παιχνίδι παίρνει υπόψη τον καλύτερο χρόνο σας στη σχετική πίστα για να σας πλασάρει κατά το matchmaking.

Εφόσον το GT7 είναι και για PS4, εξαρχής δεν έπρεπε να περιμένουμε κάποιο άλμα γενιάς στα γραφικά. Πράγματι, το παιχνίδι κρατιέται πίσω από το PS4 και συχνά μοιάζει με ένα πιο όμορφο GT Sport, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι απογοητεύει οπτικά. Όταν το επιτρέπει η cross-gen φύση του, εκμεταλλεύεται το PS5 και δείχνει τί μπορούσε να κάνει αν ήταν καθαρόαιμο παιχνίδι νέας γενιάς. Την παράσταση κλέβουν οι φωτισμοί και τα εφέ όπως η αντανάκλαση του ήλιου, τα φώτα κατά τους νυχτερινούς αγώνες, οι σπίθες, οι καπνοί από λάστιχα και επαφές και το σπρέι όταν η πίστα είναι βρεγμένη. Η βροχή και η ειδικά η μετάβαση από βρεγμένο σε στεγνό οδόστρωμα έχει υλοποιηθεί πολύ ωραία. Το ίδιο και η χρονική μετάβαση από μέρα σε νύχτα και το αντίστροφο. Οι πίστες είναι γεμάτες λεπτομέρεια και κίνηση, με βρωμιές εκτός αγωνιστικής γραμμής, θεατές να περπατάνε, επόπτες να κουνάνε σημαίες όταν υπάρχει κάποιο συμβάν, φωτογράφους να... φωτογραφίζουν, αυτοκίνητα να πηγαινοέρχονται στο παρασκήνιο, μηχανικούς να χαιρετάνε τους οδηγούς κατά τον τερματισμό κτλ. Τα δε πιτ σφύζουν από ζωή και είναι πλήρως animated, όμως απεικονίζουν μόνο το δικό σας αυτοκίνητο, ενώ οι αντίπαλοί σας όταν μπαίνουν απλά... εξαφανίζονται (σαν το παιχνίδι να μην μπορεί να σηκώσει τόσα ξεχωριστά animation ταυτόχρονα). Τα αυτοκίνητα είναι πανέμορφα, αλλά πλέον τα περιθώρια οπτικών βελτιώσεων σε αυτόν τον τομέα είναι πολύ μικρά.



Ο ήχος αποτελεί ευχάριστη έκπληξη και μάλιστα σε... διπλό ταμπλό. Ως γνωστόν, τα Gran Turismo δεν φημίζονται για την ηχητική τελειότητά τους. Αυτή τη φορά όμως η Polyphony σοβαρεύτηκε, στρώθηκε στην δουλειά και παραδίδει ένα ηχητικό σύνολο τρομερά βελτιωμένο σε σχέση με τις προηγούμενες προσπάθειές της. Κάθε αυτοκίνητο έχει τον δικό του χαρακτηριστικό ήχο, με τα αγωνιστικά βέβαια να ξεχωρίζουν. Βάλτε να δείτε πραγματικούς αγώνες με GT3, Super GT κτλ, και θα πάθετε πλάκα με το πόσο ρεαλιστικά έχουν μεταφερθεί οι ήχοι τους στο παιχνίδι. Η τεχνολογία 3D audio του PS5 παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό, όπως και στο πώς ακούγονται τα αυτοκίνητα που βρίσκονται κοντά σας στον αγώνα. Τα sim racers συνήθως δεν δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην μουσική, όμως το GT7 διαθέτει ανέλπιστα πλούσιο soundtrack. Κάθε τομέας του παιχνιδιού έχει δικά του κομμάτια με διαφορετικό στιλ, κάποια τραγούδια επιστρέφουν από προηγούμενα GT, ενώ στο προαναφερθέν music rally οδηγείτε υπό τους ήχους ακόμα και κλασικής μουσικής. Το δε “Moon Over The Castle”, ο... ύμνος της σειράς GT, είναι και πάλι εδώ και μάλιστα ως νέα εκδοχή από τους Bring Me The Horizon, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν.

Το Gran Turismo 7 είναι παιχνίδι αντιθέσεων. Παικτικά, είναι ότι καλύτερο υπάρχει στις κονσόλες και νομίζω δύσκολα θα ξεπεραστεί από άλλο racer σε αυτή την γενιά. Από την άλλη, σε κάποια σημεία είναι κολλημένο στο παρελθόν. Η δε απουσία κανονικού career mode είναι... “πισώπλατη μαχαιριά”, τόσο για το ίδιο το παιχνίδι, όσο και για εμάς τους... παλιούς. Από τη στιγμή που το ανακοίνωσε το 2020, η Polyphony έδινε την αίσθηση ότι μας προσφέρει ξανά μια παραδοσιακή single-player εμπειρία κυρίως επειδή το θέλουμε εμείς, όχι η ίδια. Τελικά η εμπειρία δεν είναι ούτε παραδοσιακή στα πρότυπα προηγούμενων GT, ούτε σύγχρονη στα πρότυπα άλλων sim racers. Ευτυχώς, το παιχνίδι τα πάει καλά σε δύο θέματα απαραίτητα στην εποχή μας: τη ροή νέου περιεχομένου (μέχρι τώρα τουλάχιστον) και το multiplayer. Πάντως, οι αδυναμίες του GT7 δεν μπορούν να επισκιάσουν την ασυναγώνιστη ποιότητά του. Αν είστε φαν του είδους, επιβάλλεται να το έχετε και θα το παίζετε για καιρό. Απλά μην περιμένετε να ζήσετε την racing καριέρα των ονείρων σας.

  • Οδηγική τελειότητα
  • Racing δράση με ικανούς και ρεαλιστικούς ΑΙ αντιπάλους
  • Οι custom αγώνες
  • Απολαυστικές αναβαθμίσεις και παραμετροποιήσεις
  • Εξαιρετικό multiplayer για όλα τα γούστα
  • Πανέμορφα εφέ, φωτισμοί, πίστες
  • Εκπληκτικός ήχος, πλούσιο soundtrack
  • Η χρήση του DualSense
  • Ίσως το καλύτερο photo mode στο gaming αυτή τη στιγμή
  • Animated κόσμος ως κεντρικό μενού
  • Γεμάτο πληροφορίες για την ιστορία των αυτοκινήτων
  • Απουσία κανονικού career mode (!)
  • Απουσία qualifying στο single-player (!!)
  • Έμφαση σε μεμονωμένους αγώνες αντί για πρωταθλήματα
  • Συχνά μοιάζει με ένα πιο όμορφο Gran Turismo Sport
  • Σχεδόν ανύπαρκτες εμφανισιακές ζημιές
  • Υπερβολικά πολλά ψεύτικα αυτοκίνητα
  • Μόνιμη σύνδεση στο ίντερνετ
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 8.5
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PS5, PS4
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Polyphony Digital
ΕΚΔΟΣΗ:Sony
ΔΙΑΘΕΣΗ:Sony Hellas


Πηγή


Συνδεθείτε στη σελίδα μας στο Facebook